8 Σεπτεμβρίου 2017

Αγαπώ σημαίνει και στερώ

Οι υπερβολές των γονέων δημιουργούν ενήλικες με συ-
μπεριφορά παιδιού σε πολλές πτυχές της ζωής τους

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

Στην εποχή μας οι γονείς προσπαθούν συνεχώς να μη λείψει τίποτα στα παιδιά τους. Ιδίως οι γο­νείς των σημερινών τριαντάρηδων και σαραντάρηδων είναι άνθρωποι που πάλεψαν πολύ για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν εκείνοι ή οι δικοί τους γονείς. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές να φτάνουμε στο άλλο άκρο: να βρι­σκό­μα­στε, ως κοι­νω­νί­α, αντιμέτωποι με συμπεριφορές ενηλίκων που δε μοιάζουν με ενήλικες· ή να βρι­σκό­μα­στε α­ντι­μέ­τω­ποι με τη δυσκολία μας να μπούμε σε καταστάσεις που ζορίζουν, όπως εί­ναι μια α­παι­τη­τι­κή δουλειά χωρίς δίχτυ ασφαλείας, το μεγάλωμα των παιδιών, ο γάμος, η α­νά­λη­ψη των οικονομικών υποχρεώσεων εξ ολοκλήρου.

Πολλοί αποδίδουν αυτές τις δυσκολίες στην «κρίση». Αυτό φαινομενικά είναι σωστό, όχι ό­μως κατά βάθος, διότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η κρίση από αυτό δημιουργήθηκε. Φτά­σα­με δηλαδή σε αυτήν, επειδή δεν αναλάβαμε ποτέ εξ ολοκλήρου τις ευθύνες μας.

Σκέφτομαι ότι αν θέλουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας, οφείλουμε να είμαστε κοντά τους ψυ­χι­κά, αλλά να τους στερήσουμε τα περιττά: τις πολλές ανέσεις, τις περιττές φρο­ντί­δες, το να είμαστε πάντα εκεί γι’ αυτά –ιδίως από μια ηλικία και μετά. Να τα κάνουμε να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, ότι και εκείνα είναι ικανά για πολλά πράγ­μα­τα. Να τους δείξουμε την πραγματικότητα.

Όταν έχουμε φτιάξει ένα πλαίσιο ψυχικής προσφοράς και συναισθηματικής αλήθειας, τότε στα­δι­α­κά μπορούμε να στερήσουμε από τον άλλο ό,τι θα του κάνει κακό. Ό,τι θα τον κάνει ε­ξαρ­τη­μέ­νο, στάσιμο, αδύναμο. Αγαπώ δε σημαίνει μόνο δίνω. Σημαίνει και αφαιρώ. Η σχέ­ση θέλει μικρές δόσεις ουσίας αλλά και μικρές δόσεις απουσίας, για να μπορέσει ο άλλος να βρει τον εαυτό του, τις δυνάμεις του. Καμιά φορά η αδιαφορία, σε κατάλληλες ηλικίες, είναι πιο κι­νη­τή­ρι­α και σωτήρια, γιατί σε μικρές δόσεις παράγει θυμό και ενεργοποίηση. Το σί­γου­ρο εί­ναι ότι κάθε σχέση, γονεϊκή και άλλη, θέλει σκέψη. Σκέψη για το ποιοι είμαστε εμείς που δί­νου­με και τι παίρνουμε τελικά με το να μην πατά ο άλλος στα πόδια του, με το να μη δι­α­φο­ρο­ποι­εί­ται.

Η ενηλικίωση είναι μια επίπονη αλλά ουσιαστική διαδικασία. Η σχέση, ο γάμος, η γο­νεϊ­κό­τη­τα, η φιλία, οι σπουδές και η εργασία θέλουν κυρίως κόπο, συστηματικότητα και πειθαρχία. Ό­μως, τελικά, αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την εξέλιξη, ψυχική και κοινωνική.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (27.08.2017)

27 Αυγούστου 2017

Η αριστεία ως στόχος

(δημοσιογράφος, πολιτικός σχολιαστής)

Η ​αριστεία είναι ουτοπία. Επί της ουσίας δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί. Ακόμη και όσοι α­να­κη­ρύσ­σο­νται «άριστοι» επιδέχονται βελτίωση. Και αυτό είναι λογικό: αν μπορούσε να ε­πι­τευ­χθεί η αριστεία, θα είχαμε το τέλος της Ιστορίας. Τίποτε δε θα εξελισσόταν. Από ένα σημείο και μετά όλα –ως «άριστα»– θα έμεναν παγωμένα.

Η αριστεία όμως χρειάζεται ως στόχος. Α­σχέ­τως αν δεν μπορεί να επιτευχθεί, βοηθά αν­θρώ­πους, συστήματα, κοινωνίες να βελ­τι­ω­θούν, να λύσουν προβλήματα, να αντιμετωπίσουν ε­πι­τυ­χέ­στε­ρα τις καταστροφές, να αυ­ξή­σουν την ευημερία.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (20.08.2017)

Οι άριστοι που δεν τιμούμε

Από τον Πύρρο Δήμα
(αρσιβαρίστας, τέσσερις φορές ολυμπιονίκης)

​​Υπάρχουν δύο διαφορετικά θέματα μέσα στην ίδια συζήτηση. Το πρώτο έχει να κάνει με τη δι­α­τή­ρη­ση ή μη των μαθητικών παρελάσεων. Το δεύτερο με την επιλογή του σημαιοφόρου.


Εδώ και δεκαετίες έχουμε κατακτήσει το προνόμιο να μην απαιτούμε από τη νεολαία μας την ε­πί­δει­ξη στρατιωτικού πνεύματος. Υπάρχουν πλέον πολύ πιο δημιουργικοί και χρήσιμοι τρό­ποι για να καμαρώσουμε τα παιδιά μας ως το μέλλον της κοινωνίας μας. Και είναι καλύτερο, α­πό το να τα βλέπουμε σε σειρές με το ίδιο βήμα, να τα παρακολουθούμε απελευθερωμένα και δημιουργικά. Για να τιμήσεις τους αγώνες του έθνους, δεν είναι απαραίτητο να βαδίσεις σαν στρατιώτης. Μπορείς, μαζί με τη μνήμη, να καταθέσεις προσφορά και ιδέες που θα κά­νουν καλύτερο αυτόν τον τόπο. Θα ήταν ιδανικό αν στις εθνικές επετείους οι μαθητικές κοι­νό­τη­τες αναλάμβαναν πρωτοβουλίες κοινωνικής προσφοράς ως ένδειξη τιμής προς ε­κεί­νους που πρόσφεραν πολύ περισσότερα: τη ζωή τους.

Όμως γνωρίζω ότι στην πατρίδα μας η πλειονότητα της κοινής γνώμης είναι υπέρ των μα­θη­τι­κών παρελάσεων. Πρόκειται, άλλωστε, για παράδοση. Το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε η ε­πι­λο­γή των σημαιοφόρων να γίνεται με κλήρωση. Η σημαία δε θα παραδίδεται στον α­ρι­στού­χο αλλά στον πιο τυχερό. Αυτό δεν είναι σωστό.

Είχα την τιμή να είμαι δύο φορές σημαιοφόρος της ελληνικής ομάδας σε Ολυμπιακούς Α­γώ­νες. Δεν επρόκειτο να την αποδεχθώ αν ήταν προϊόν τύχης. Η θέση του σημαιοφόρου είναι, πά­νω απ’ όλα, εκείνη του ηγέτη. Στον σημαιοφόρο ανατίθεται η τιμή και η ευθύνη να βαδίσει πρώ­τος, να προχωρήσει μπροστά. Και υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους γί­νε­ται αυτό. Δεν μπορείς να επιλέξεις τους ηγέτες σου με κλήρωση, αν και, για να είμαι ει­λι­κρι­νής, καμιά φορά πιστεύω ότι η τύχη θα τα κατάφερνε καλύτερα από εμάς.

Όσο λοιπόν έχουμε παρελάσεις, η σημαία πρέπει να παραδίδεται στον καλύτερο. Μόνο που αυ­τός δε χρειάζεται να είναι πάντα ο άριστος στους βαθμούς. Υπάρχουν πολλά πεδία α­ρι­στεί­ας, δεν είναι μόνο η βαθμολογική επίδοση:
● Άριστος είναι ο μαθητής με κινητικά προβλήματα, που έχει στους ώμους μεγαλύτερο βά­ρος σε σχέση με τους συμμαθητές του.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που αγωνίζεται με επιτυχία στους αθλητικούς στίβους και ας μην έχει χρόνο για τα μαθήματα.
● Άριστος είναι ο μαθητής που την προηγούμενη χρονιά ήταν κάτω από τη βάση και φέτος προ­σπα­θεί αφιερώνοντας πολλαπλάσιο χρόνο στο διάβασμα.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που οι γονείς του δε μιλούν ελληνικά, που ο ίδιος δε θεωρείται Έλ­λη­νας στα χαρτιά, και όμως μιλάει, γράφει και αισθάνεται όπως ένας από εμάς.
● Άριστος είναι, ακόμη, και ο μαθητής που μετά το σχολείο πηγαίνει να κάνει μεροκάματο για να στηρίξει την οικογένειά του.
● Αλλά και αυτός που διακρίνεται στη μουσική, που χορεύει ή έχει θεατρικό ταλέντο άριστος δεν είναι;

Υπάρχουν πολλοί άριστοι μαθητές μέσα σε κάθε τάξη του ελληνικού σχολείου. Αρκεί φυσικά να συμφωνήσουμε ότι η αριστεία δε μετριέται μόνο με βαθμούς στον έλεγχο.

Ας αρχίσουμε, λοιπόν, να επιλέγουμε τους σημαιοφόρους διαφορετικά. Όχι όμως στην τύχη. Εί­ναι άδικο. Αν κάνουμε κλήρωση, κλείνουμε τα μάτια σε όλα αυτά που πετυχαίνουν κα­θη­με­ρι­νά τα παιδιά μας. Αν κοιτάξουμε δίπλα μας με άλλο μάτι, θα τους δούμε τους άριστους. Και τό­τε μπορεί να τους επιλέξουμε μαζί. Τυχεροί θα είμαστε εμείς, όχι οι σημαιοφόροι.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (06.08.2017)

Η εκτίμηση των συμμαθητών

(δημοσιογράφος, διπλωματικός ανταποκριτής)

Με αφορμή τη μεγάλη συζήτηση που άνοιξε για τον σημαιοφόρο, η προσωπική εμπειρία από εκ­παι­δευ­τι­κά συστήματα άλλων χωρών ίσως μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη.

Δεν είμαι ειδήμων του χώρου της παιδείας, όμως έχω την αίσθηση ότι η επιλογή πρέπει να ση­μα­το­δο­τεί κάτι ξεχωριστό, κάτι που να αντανακλά αναγνώριση από τους ίδιους τους συμ­μα­θη­τές. Η επιλογή του σημαιοφόρου να γίνεται με κριτήριο όχι ότι έχει καλύτερους βαθ­μούς α­πό τους συμμαθητές του, αλλά ότι οι τελευταίοι τον εκτιμούν και τον εμπιστεύονται. Να είναι ο επιλεγείς τρόπον τινά ο καλύτερος πολίτης, με την έννοια του όρου προσαρμοσμένη στη μα­θη­τι­κή κοινότητα, στο τμήμα, στην τάξη, στο σχολείο. Αυτός θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι ο σημαιοφόρος. Και αυτός δεν είναι απαραίτητα ο καλύτερος μαθητής.

Να τον επιλέγουν –μέσα από διαδικασίες που πιθανώς θα περιλαμβάνουν κάποιου τύπου ψη­φο­φο­ρί­α– οι συμμαθητές του. Κριτήριο να είναι όχι μόνο η αριστεία, η οποία προφανώς και θα αποτελεί σημαντική διάσταση, όχι η ικανότητα απορρόφησης πληροφοριών και α­πό­κτη­σης γνώσεων, αλλά η εκτίμηση και η αποδοχή από τους συμμαθητές.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, ωστόσο με­γα­λύ­τε­ρη αξία έχει το παιδί, ο μαθητής, ο άνθρωπος που εκπροσωπεί τους συμμαθητές του να δι­α­θέ­τει την αξιοπιστία, τον σεβασμό, την εμπιστοσύνη των υπόλοιπων μελών της τά­ξης, του σχο­λεί­ου, του συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου.

Σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, από τα οποία μπορεί το δικό μας να αντλήσει χρήσιμα συ­μπε­ρά­σμα­τα, στο τέλος της σχολικής χρονιάς βραβεύεται ο «καλύτερος πολίτης», το παιδί που βοήθησε κάποιον ή κάποιους συμμαθητές του όταν αυτοί αντιμετώπισαν μια α­ντι­ξο­ό­τη­τα, βρήκε λύση σε μια δύσκολη κατάσταση –για να μην πάω σε ακραία παραδείγματα, όπου έ­να παιδί μπορεί να έσωσε τη ζωή κάποιου άλλου.

Σε αυτό το πνεύμα, όχι μόνο είναι άδικο η επιλογή του παιδιού που θα κρατήσει τη σημαία να γί­νε­ται με κλήρωση, αλλά έτσι χάνεται και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια διδακτική δι­α­δι­κα­σί­α που δε θα αφορά εξετάσεις και βαθμούς αλλά συμπεριφορά.

Γιατί σκοπός του σχολείου δεν είναι να παράγει μόνο μορφωμένους μαθητές, αλλά και σω­στούς ανθρώπους και συγκροτημένους πολίτες.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (15.08.2017)

20 Αυγούστου 2017

Δέκα «μικρά» παιδικά δικαιώματα

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΟΗΕ/UNICEF, 1959) και η Σύμβαση για τα Δι­και­ώ­μα­τα του Παιδιού (ΟΗΕ, 1989) τριάντα χρόνια αργότερα αφορούν θέματα όπως η προ­στα­σί­α της ζωής των παιδιών, της υγείας τους αλλά και το δικαίωμα που έχουν στην εκ­παί­δευ­ση. Πλάι όμως στις μεγάλες αυτές αρχές υπάρχουν και τα «μικρά» δικαιώματα της κα­θη­με­ρι­νής ζωής, που αφορούν περισσότερο τις οικογένειες. Δικαιώματα που κά­θε καλός γονιός πρέπει να σέβεται. Ας δούμε τα κυριότερα από αυτά:

1. Συναισθηματική αποδοχή. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να γίνεται αποδεκτό για ό,τι α­κρι­βώς εί­ναι και όχι για ό,τι θέλουν οι άλλοι. Οι ενήλικοι δεν πρέπει να «κατευθύνουν» αυ­θαί­ρε­τα τα παι­διά τους, να τα εξαπατούν και να τα υποχρεώνουν να δεσμεύονται με πράγματα που είναι έ­ξω από τις δυνατότητες και τον χαρακτήρα τους. Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να υ­πο­χω­ρούν στα καπρίτσια τους. Τα παιδιά, γενικά, ξέρουν πως βρίσκονται μέσα στην καρδιά και τη σκέ­ψη των γονιών τους, τους έχουν εμπιστοσύνη και είναι ικανά να αποδέχονται κάποιες πα­ρα­τη­ρή­σεις όταν τις βλέπουν δίκαιες (συχνά το βλέπουν) και να πειθαρχούν.

2. Ευνοϊκό περιβάλλον. Το περιβάλλον πρέπει να προσφέρει γαλήνη και ηρεμία στα παι­διά. Για να μεγαλώνουν με σιγουριά και θάρρος, για να μπορούν να ικανοποιούν τη φυσική τους περιέργεια, την ανάγκη τους να «εξερευνούν» και να «κοινωνικοποιούνται», πρέπει να μπο­ρούν να συχνάζουν και σε χώρους έξω από το σπίτι: στη γειτονιά, στην πόλη. Επομένως πρέ­πει όλοι να δεσμεύονται ότι οι γειτονιές, τα σχολεία, τα πάρκα κ.ο.κ. θα είναι πολιτισμένοι χώ­ροι, κατάλληλοι για τα παιδιά.

3. Χώρος για παιχνίδια. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την κίνηση όσο και τον αέρα. Τη σημερινή ε­πο­χή δεν παίζουν αρκετά σε ανοικτούς χώρους ελεύθερα, μαζί με άλλα παιδιά –ιδίως στις πό­λεις. Υπάρχουν βέβαια οι παιδικές χαρές, αλλά τον περισσότερο καιρό τους τον περνούν στο σπίτι, καθισμένα, ακίνητα, πράγμα που τα κάνει ευερέθιστα, νευρικά, ανασφαλή και ι­δι­ό­τρο­πα.

4. Το δικαίωμα στο λάθος. Είναι δύσκολο να μάθει κανείς χωρίς να κάνει λάθη. Ένας γονιός φυ­σι­κά πρέπει να προστατεύει τα παιδιά του και να μην αφήνει να κάνουν σοβαρά λάθη. Ω­στό­σο, καλύτερο είναι να τα βοηθάει να μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αν, για παράδειγμα, τα παι­διά διαλέγουν «κακές» (κατά τη γνώμη των γονιών) παρέες, οι απαγορεύσεις και οι πε­ρι­ο­ρι­σμοί δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Η πιο σωστή αντιμετώπιση είναι να τα βοηθούν, ώστε να α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μόνα τους τα προβλήματα (αν υπάρχουν) και να αξιολογούν πιο σωστά τις πα­ρέ­ες τους. Αυτό προϋποθέτει γονείς διατεθειμένους για διάλογο με τα παιδιά τους.

5. Ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να επιχειρούμε να λύνουμε τα προβλήματα που τα παιδιά μπο­ρούν να λύσουν μόνα τους. Πρέπει να τους αφήνουμε τον χρόνο και να τους δίνουμε τις ευ­και­ρί­ες να τα κατανοούν και να βρίσκουν τα ίδια λύση. Τα παιδιά που θέλουν να τα βγάζουν πέ­ρα μόνα τους έχουν κατά κανόνα γονείς διατεθειμένους να τα υποστηρίξουν, αν παραστεί α­νά­γκη, αλλά και που καταλαβαίνουν πότε η στιγμή είναι ακατάλληλη για να επέμβουν. Μπο­ρεί να είναι δύσκολο για έναν γονιό να βλέπει τα παιδιά του να αντιμετωπίζουν α­πο­γοη­τεύ­σεις, αλλά η επέμβαση σε κάθε περίπτωση δεν τα βοηθάει να μάθουν να αγωνίζονται.

6. Σταθεροί κανόνες. Το να μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα περιβάλλον χωρίς κανόνες ση­μαί­νει πως μεγαλώνει μέσα σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Όμως, όταν τα παιδιά δεν έχουν σταθερά σημεία αναφοράς, δεν αποκτούν την ικανότητα να αξιολογούν την πραγματικότητα και να προχωρούν σε καλές επιλογές. Καθώς μεγαλώνουν, βέβαια, οι κανόνες αλλάζουν και τα παιδιά μπορούν να τους αμφισβητούν, αλλά στα πρώτα τους χρόνια η ύπαρξη ο­ρι­σμέ­νων κα­νό­νων, εναρμονισμένων με την ηλικία τους, είναι πηγή σιγουριάς. Στα παιδιά αρέσει να νιώ­θουν πως οι γονείς τους μπορούν να ελέγχουν την κατάσταση.

7. Υπευθυνότητα. Από την προσχολική ηλικία ακόμη τα παιδιά πρέπει να συνηθίσουν να κά­νουν κάποιες μικρές «δουλειές», ας τις πούμε θελήματα, για να νιώθουν πως είναι χρή­σι­μα και να αναλαμβάνουν ευθύνες –στα μέτρα τους βέβαια. Είναι ένας τρόπος για να α­πο­κτούν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, να συνηθίζουν στον αλτρουισμό και να νιώθουν πως συμ­με­τέ­χουν στην οικογενειακή ζωή. Επαναλαμβάνουμε πως όλα αυτά (δουλειές, κα­θή­κο­ντα, ευθύνες) πρέπει πάντα να είναι στο μέτρο της ηλικίας τους.

8. Ελεύθερος χρόνος. Δεν πρέπει όλος ο χρόνος των παιδιών να είναι προγραμματισμένος. Εί­ναι δικαίωμά τους να έχουν κάποια χόμπι και ενδιαφέροντα ανεξάρτητα από το σχολείο και την οικογένεια. Πρέπει να έχουν ελεύθερο χρόνο, ακόμη και τον χρόνο να μην κάνουν τίποτα, να αφήνουν ελεύθερη τη φαντασία τους, να αναπαύονται, να αξιολογούν τις εμπειρίες τους. Μό­νο αν έχουν τη δυνατότητα να «χάνουν» χρόνο, θα μπορέσουν να γίνουν ενήλικοι ικανοί να βρίσκουν ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και τη διασκέδαση.

9. Ειλικρινείς απαντήσεις. Αν δεν απαντούμε στις ερωτήσεις τους, τα παιδιά θα πάψουν να μας ρωτάνε. Για να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης, πρέπει να είμαστε πάντα δι­α­θέ­σι­μοι για διάλογο. Αν υπάρχει αυτή η διάθεση, το παιδί μπορεί να καταλάβει πως ένας ενήλικος δεν είναι δυνατόν να τα ξέρει όλα και να κατανοήσει πως υπάρχουν στιγμές που ο γονιός μπο­ρεί να μιλήσει και άλλες που είναι προτιμότερο να σιωπήσει.

10. Σεβασμός στις κλίσεις τους. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα σε μια αγωγή που θα α­να­πτύσ­σει τις κλίσεις και τις δυνατότητές τους (όλα είναι προικισμένα με κάτι). Η εκ­παί­δευ­ση πρέπει να τους προσφέρει βασικές ικανότητες και, συγχρόνως, την ελευθερία να ανακαλύπτουν τα εν­δι­α­φέ­ρο­ντά τους και να τα αναπτύσσουν. Κάθε παιδί πρέπει να είναι ελεύθερο να ερευνά, να πειραματίζεται και να δραστηριοποιείται με σεβασμό στα όρια και τις δυνατότητές του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (02.05.2000) / CORRIERE SALUTE

18 Αυγούστου 2017

Σχολικό μπούλινγκ και κοινωνία

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

Ένας μαθητής 12 χρόνων πήγε φέτος (σχολικό έτος 2016-2017) σε καινούργιο σχολείο ε­πει­δή υπέστη μπούλινγκ. Ο μαθητής, έξυπνος και ικανός, έχει μια δυσκολία στη βάδιση. Αυτό τον κάνει διαφορετικό. Στο νέο του σχολείο δεν υφίσταται μπούλινγκ, δημιουργεί όμως φα­σα­ρί­ες, με τον συνεχή φόβο ότι θα τον κοροϊδέψουν.

Ένας άλλος μαθητής, με σύνδρομο Άσπεργκερ, είναι από τους πιο χαρισματικούς της τάξης. Έ­χει φυσικά τις δυσκολίες του, αλλά το παλεύει γενναία και διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου μα­θη­τή. Κάποιοι συμμαθητές του τον ενοχλούν, τον πειράζουν, του δημιουργούν προ­βλή­μα­τα. Εκείνος ανταπαντά, γίνεται επιθετικός.

Μια τρίτη μαθήτρια ζει δύσκολα με τη μητέρα της. Σε κακή οικονομική κατάσταση, ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νη από πατέρα, δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση. Τα κορίτσια δεν την κάνουν πα­ρέ­α, γιατί η φαντασία της είναι αχαλίνωτη και γιατί δεν της αρέσει να χάνει. Είναι όμως ένα υ­πέ­ρο­χα συγκινητικό πλάσμα, με φοβερές ικανότητες και με μια μητέρα που δίνει μάχες κυ­ρι­ο­λε­κτι­κής επιβίωσης.

Και για τα τρία αυτά παιδιά έχουν έρθει συστάσεις γονέων να φύγουν από το σχολείο όπου φοι­τούν. Και για τις τρεις –αλλά και για άλλες εκατόν τρεις– περιπτώσεις υπάρχουν γονείς που ζη­τούν από κάποιον δάσκαλο ή κάποιον διευθυντή να απομακρυνθούν τέτοια παιδιά α­πό τα παιδιά τους, γιατί δημιουργούν προβλήματα στα «αγγελούδια» τους. Γιατί είναι ε­πι­θε­τι­κά, είναι δύσκολα, είναι «περίεργα». Είναι διαφορετικά. Λες και η λέξη «διαφορετικός» είναι αρ­ρώ­στια ή λες και δεν είμαστε όλοι με έναν τρόπο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο –αλλά και τόσο όμοιοι.

Αναρωτιέμαι πλέον πολύ συχνά τι σημαίνει μπούλινγκ στα σχολεία. Τι είναι αυτό που εν­δι­α­φέ­ρει τόσο πολύ τους γονείς, με τέτοια μανία, ώστε να είναι το πρώτο πράγμα που μου ζη­τούν να μιλήσουμε (φαντάζομαι αυτό ισχύει για όλους τους ψυχολόγους του εκπαιδευτικού συ­στή­μα­τος). Τι είναι το μπούλινγκ; Ποιοι κάνουν μπούλινγκ; Ποιοι το υφίστανται; Γιατί το μπού­λινγκ αφορά μόνο τα σχολεία και όχι όλη την κοινωνία και, κυρίως, τις οικογενειακές σχέ­σεις, τις επαγγελματικές σχέσεις, τις σχέσεις μας γενικά με τους άλλους ανθρώπους;

Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απαίτηση ή η φαντασίωση μερικών να συναγελάζονται μό­νο με ομοίους τους ή «κανονικούς»; Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απώλεια του ε­λέ­ους, αυτού του μαλακτικού για την ψυχή και για την κοινωνία;

Οι έρευνες αποδεικνύουν συνεχώς την επικράτηση του αριστερού ημισφαιρίου στον δυτικό κό­σμο. Το δεξί ημισφαίριο, της συναισθηματικότητας, της φροντίδας, του ανοίγματος των ο­ρί­ων του εαυτού, καθώς και της αποδοχής, δείχνει να δίνει τη θέση του στις ταχύτατες, εκ του μα­κρό­θεν, συναλλαγές. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται με τα συναισθήματά τους και κυρίως με την ετερότητα, τη διαφορετικότητα. Διαφορετικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο το χρώμα, το ύψος, το βάρος· δεν είναι μόνο η εκ γενετής έλλειψη, δυσκολία ή διαφοροποίηση στον ψυχισμό, στο σώμα ή στην ανάπτυξη. Διαφορετικό είναι και το ταλέντο, η υψηλή νοημοσύνη, οι πολ­λα­πλές ι­κα­νό­τη­τες, το χάρισμα, η ένταση, το πάθος.

Κάθε φορά που συναντάμε κάποιον διαφορετικό νιώθουμε την ανάγκη να φέρουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της σύγκρισης. Εάν ο άλλος υπολείπεται, τότε αισθανόμαστε γενναιόδωροι και φιλεύσπλαχνοι στην παντοδυναμία μας. Μόλις όμως ο άλλος είναι καλύτερος, γι­γα­ντώ­νο­νται σε τούτη τη χώρα ο φθόνος και η καταστροφή. Το ζήτημα είναι να κατορθώσουμε να α­ντέ­ξου­με τον άλλο χωρίς να είμαστε εμείς το κέντρο. Να αντέξουμε να σκεφτούμε για αυτόν, να τον φροντίσουμε, να ανοίξουμε έναν χώρο ύπαρξης για εκείνον, να μείνουμε εμείς στη θέ­ση μας και εκείνος στη δική του. Να αποδεχτούμε επιτέλους ότι ο άλλος είναι ένας άλλος και ε­μείς είμαστε εμείς. Να αναζητήσουμε επ’ ευκαιρία και ποιοι είμαστε εμείς.

Τα σχολεία δεν κινδυνεύουν από το μπούλινγκ των παιδιών. Η κοινωνία ολόκληρη κινδυνεύει α­πό το μεγάλο αλλά ρημαγμένο Εγώ του καθενός από εμάς, που περνάει από κρησάρα το κα­­θε­­τί μέσα από το πρίσμα τού «πώς το βλέπω εγώ». Αν αντέξουμε να μην είμαστε οι μόνοι και οι πιο σημαντικοί, τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να αποδεχθούμε ότι ζούμε σε έναν κό­σμο όπου δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε όλα, ότι ο δρόμος προς την αυτοπραγμάτωση είναι δύ­σβα­τος, ότι η επιθετικότητα δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα, αρκεί να αντέξουμε να δώ­σου­με ένα νόημα στο γιατί και στο ποιος. Κυρίως να δούμε με ορθάνοιχτα μάτια ότι οι πιο ε­πι­θε­τι­κοί είμαστε εμείς, που ενώ φαντασιωνόμαστε ότι φροντίζουμε καλά τον κήπο μας, μπο­λιά­ζου­με τα φυτά μας με αγκάθια, κρατώντας και μια καραμπίνα για όποιο σκαθάρι τολμήσει να ακουμπήσει στο δέντρο μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29.10.2016)

8 Αυγούστου 2017

Αγάπα, παιδί μου, το βιβλίο

Συγγραφείς παιδικών βιβλίων μιλούν για το
πώς δημιουργούνται μικροί αναγνώστες

Η αγάπη των Ελλήνων για τα βιβλία είναι ένα ποτήρι άλλοτε μισοάδειο, άλλοτε μισογεμάτο. Η μό­νη ελπίδα να το απογεμίσουμε με φρέσκο νεράκι είναι να κατορθώσουμε να εμ­φυ­σή­σου­με στα μι­κρά παιδιά τη βιβλιοφιλία. Δύσκολο εγχείρημα ομολογουμένως την εποχή των πολ­λα­πλών και κα­ται­γι­στι­κών ερεθισμάτων, που την προσοχή των μικρών παιδιών δι­εκ­δι­κούν καθημερινά η τη­λε­ό­ρα­ση, ο υπολογιστής και το τάμπλετ, και ο ελεύθερος χρόνος τους μοι­ρά­ζε­ται ανάμεσα σε χρο­νο­βό­ρες μετακινήσεις και αναρίθμητες εξωσχολικές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες και μαθήματα. Μπορούμε και πώς να μάθουμε τα παιδιά να αγαπούν τα βιβλία;


Απευθύναμε την ερώτηση σε μερικούς από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς παιδικών α­να­γνω­σμά­των. «Μπορούμε να τους διαβάζουμε βιβλία, να παίζουμε με βιβλία, να κυνηγάμε εκ­δη­λώ­σεις βιβλίου, να σκορπάμε βιβλία στον χώρο όπου μεγαλώνουν και να περιμένουμε ώ­σπου η πε­ρι­έρ­γει­ά τους να τα κάνει να ξεφυλλίσουν μερικά από αυτά», ήταν η συμβουλή του Α­ντώ­νη Πα­πα­θε­ο­δού­λου. Ο Φίλιππος Μανδηλαράς μάς πρότεινε «από μικρή ηλικία να παίρ­νου­με τα παιδιά μαζί μας στο βιβλιοπωλείο, να τους δείχνουμε αυτόν τον χώρο-τέμενος για τα βιβλία κι εκεί να τους μα­θαί­νου­με πώς διαλέγουμε ένα βιβλίο, ότι κοιτάμε την ιστορία, το οπισθόφυλλο κτλ. Το παιδί έ­τσι θα αγαπήσει σταδιακά το βιβλίο, θα επιλέγει μόνο του και κά­πως έτσι θα αποκτήσει α­να­γνω­στι­κή συνείδηση».

Όλοι οι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός: «Να αφήνουμε τα παι­διά να διαλέγουν. Να διαβάζουμε συχνά μαζί, δυνατά», προτρέπει η Ελένη Ανδρεάδη, ε­νώ ο Ευγένιος Τριβιζάς παροτρύνει τους γονείς να επιλέγουν παιδικά βιβλία που και οι ίδιοι α­πο­λαμ­βά­νουν και στέκεται, επίσης, στη συνύπαρξη παιδιού και γονιού πάνω από ένα βι­βλί­ο: «Η έννοια της “συναπόλαυσης” είναι καθοριστική. Αν οι γονείς διαβάζουν στο παιδί μια ι­στο­ρί­α που αφήνει τους ίδιους αδιάφορους, εκείνο το διαισθάνεται και αντιδρά ανάλογα. Αν ό­μως διασκεδάζουν οι ί­διοι με την όλη διαδικασία, τότε είναι πολύ πιο πιθανό να με­τα­δώ­σουν στο παιδί την αγάπη για το διάβασμα». Φυσικά, πολύ σημαντικό είναι να αγαπούν οι ί­διοι οι γονείς τα βιβλία και να τους βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν και να αντλούν α­πό­λαυ­ση από αυτά.

Ο ρόλος του σχολείου

Ποιος όμως είναι ο ρόλος του σχολείου σε όλη αυτή την προσπάθεια; Η Καλλιόπη Κύρδη εί­ναι εκ­παι­δευ­τι­κός και συγγραφέας, υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων στη Διεύθυνση Πρω­το­βάθ­μι­ας Εκ­παί­δευ­σης Α΄ Αθήνας: «Το σχολείο μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα για α­νά­γνω­ση όπως δρα­στη­ρι­ό­τη­τες με μορφή παιχνιδιού που εμπλέκουν βιβλία, ώρα ανάγνωσης ό­που δάσκαλος και παι­διά ε­πι­λέ­γουν και διαβάζουν βιβλία, αναπάντεχες γωνιές του σχο­λεί­ου ό­που μπορεί να γίνει μια α­τμο­σφαι­ρι­κή ανάγνωση, προτάσεις για βιβλία που συνδέονται με τα ενδιαφέροντα κάθε παι­διού, υ­πο­στή­ρι­ξη των επιλογών τους, χρόνος για να μιλήσουν για τα βιβλία που διαβάζουν».

Εμπιστοσύνη στη δουλειά που μπορεί να κάνει το σχολείο στη διαμόρφωση μικρών –και με­γά­λων– βι­βλι­ο­φά­γων δείχνει και η Άλκη Ζέη, που μας εξομολογήθηκε ότι «η πείρα μου από τις ε­πι­σκέ­ψεις στα σχολεία της Ελλάδας μού έδειξε ότι διαβάζουν εκείνα τα παιδιά που ο δά­σκα­λός τους έ­χει πάθος με τα βιβλία και βρίσκει χίλιους δυο τρόπους να τα κάνει να δια­βά­σουν. Αρχίζει να δια­βά­ζει ένα βιβλίο με υπέροχο τρόπο και ξαφνικά σταματά και λέει “η συ­νέ­χει­α αύριο” ή τους προ­τεί­νει να “παίξουν” το βιβλίο, να υποδυθούν τους ήρωες. Εγώ θυ­μά­μαι, όταν ήμουν μικρό παιδί, έ­παι­ζα με την αδερφή μου τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, για πα­ρά­δειγ­μα τον “Τρελαντώνη”. Ε­γώ έκανα την Πουλουδιά και η αδερφή μου τον Τρε­λα­ντώ­νη».

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, αντίθετα, πιστεύει ότι ο ρόλος του σχολείου είναι «καταστροφικός»: «Με­­γά­­λο μέρος των σχολικών βιβλίων είναι βαρετά, κουραστικά έως και απωθητικά. Τα­λα­νί­ζουν τό­σο τα παιδιά, ώστε μέσα από μια διαδικασία γενίκευσης εξηρτημένων α­ντα­να­κλα­στι­κών αι­σθά­νο­νται στην υπόλοιπη ζωή τους απέχθεια για οποιοδήποτε έντυπο, με την ε­ξαί­ρε­ση ίσως των καρνέ επιταγών».

Τι λένε οι συγγραφείς για το καλό παιδικό βιβλίο

Άλκη Ζέη: «Το παιδί ψάχνει να βρει τον εαυτό του στο βιβλίο. Αν ο ήρωας είναι πραγματικό παι­δί, τον αγαπά και διαβάζει το βιβλίο. Προσπαθώ, όταν γράφω για ένα παιδί 10 χρονών, ε­κεί­νη την ώρα να γίνομαι αυτό το παιδί».

Φίλιππος Μανδηλαράς: «Είναι αυτό που κάνει το παιδί να ταξιδεύει σε έναν νέο κόσμο, εί­ναι σαν να μπαίνει σε ένα καράβι και να ταξιδεύει στη θάλασσα».

Αντώνης Παπαθεοδούλου: «Ένα καλό παιδικό βιβλίο πρέπει να αφηγείται κάτι νέο και πρω­τό­τυ­πο ή κάτι γνωστό και ειπωμένο αλλά με έναν ολότελα νέο τρόπο. Πρέπει να τιμά τα παι­διά και να μην τα θεωρεί εύκολο κοινό. Να σέβεται το εύπλαστο της ηλικίας τους και τα ξε­χω­ρι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Να σέβεται το δικαίωμα των παιδιών για ένα αισιόδοξο τέλος ό­σο δύσκολο κι αν εί­ναι το θέμα του. Και να “διδάσκει” περισσότερα στον πρωταγωνιστή μέ­σα α­πό την ιστορία και λι­γό­τε­ρα απευθείας στον αναγνώστη».

Καλλιόπη Κύρδη: «Αν εμείς, ως έμπειροι αναγνώστες, χαρούμε με την ανάγνωση ενός βι­βλί­ου για παιδιά, χαμογελάσουμε, νιώσουμε αγωνία, συμπάσχουμε με τους ήρωες, χαθούμε στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση, δηλαδή αν το απολαύσουμε, τότε είναι ένα καλό παιδικό βιβλίο».

Ελένη Ανδρεάδη: «Θα δανειστώ από τον παιδικό συγγραφέα Άνταμ Γκίντγουιτς. Αν ένα παι­δί δια­βά­σει όλο το βιβλίο, το κλείσει και το κρατήσει σφικτά στην αγκαλιά του λέγοντας “α­γα­πώ αυ­τό το βιβλίο”, τότε είναι ένα καλό βιβλίο».

Ευγένιος Τριβιζάς: «Να γοητεύει και να διασκεδάζει το παιδί, να διευρύνει τους δη­μι­ουρ­γι­κούς του ορίζοντες και να καλλιεργεί τη φαντασία του».

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (01.08.2017) / Μαρία Αθανασίου

6 Αυγούστου 2017

Το πορνό καθορίζει την ανδρική συμπεριφορά

Σε όσο μικρότερη ηλικία έρχεται ένα αγόρι σε επαφή με την πορνογραφία, συνήθως πλέον μέ­σω του διαδικτύου, τόσο περισσότερο θα έχει αργότερα την τάση να κυριαρχεί πάνω στις γυ­ναί­κες ως «μάτσο» άνδρας (ή μάλλον έτσι να νομίζει...). Όταν ο νέος εκτίθεται για πρώτη φο­ρά στην πορ­νο­γρα­φί­α σε μεγαλύτερη ηλικία, τότε έχει μεγαλύτερη τάση να συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται σαν ε­ρω­τύ­λος πλεϊμπόι και να είναι σεξουαλικά ασυγκράτητος. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας α­με­ρι­κα­νι­κής επιστημονικής έρευνας, η οποία συσχέτισε την ηλικία της πρώτης «συ­νά­ντη­σης» με την πορ­νο­γρα­φί­α και τις κατοπινές σεξιστικές τάσεις ενός άνδρα. Το βα­σι­κό συμπέρασμα: η πορ­νο­γρα­φί­α έχει πραγματική επίπτωση στο μυαλό, στο συναίσθημα και στις σχέσεις των ανδρών.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Νεμπράσκα, με επικεφαλής την Αλίσα Μπίσμαν, έ­κα­ναν τη σχε­τι­κή ανακοίνωση σε ψυχολογικό συνέδριο στην Ουάσιγκτον. Στην έρευνά τους με­λέ­τη­σαν 330 άν­δρες 17 έως 54 ετών. Η μέση ηλικία της πρώτης επαφής με την πορνογραφία ή­ταν τα 13, η νε­ό­τε­ρη τα 5 (!) και η μεγαλύτερη τα 26. Οι συμμετέχοντες (σχεδόν όλοι ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λοι) α­πά­ντη­σαν σε αναλυτικό ερωτηματολόγιο για τις απόψεις τους σε σχέση με το σεξ και τις σχέσεις με το άλ­λο φύλο. Διαπιστώθηκε ότι:
● Όσοι είχαν έρθει σε επαφή με το πορνό από πολύ μικροί συμφωνούσαν με απόψεις του τύ­που «τα πράγματα είναι καλύτερα όταν οι άνδρες έχουν το πάνω χέρι σε σχέση με τις γυ­ναί­κες».
● Όταν η επαφή με το πορνό είχε γίνει με καθυστέρηση, οι άνδρες, περιέργως, έτειναν να αλ­λά­ζουν συχνά συντρόφους και να το «παίζουν» πλεϊμπόι.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνδρες που έχουν δει πολύ πορνό συχνά δεν ευ­χα­ρι­στιού­νται το πραγ­μα­τι­κό σεξ και έχουν μεγαλύτερο άγχος απόδοσης στο κρεβάτι με τη σύντροφό τους. Όσοι έ­χουν δει λιγότερο πορνό τείνουν να απολαμβάνουν περισσότερο το σεξ στην πραγ­μα­τι­κή ζωή.

Η μελέτη, εξάλλου, διαπίστωσε ότι τα περισσότερα παιδιά έρχονται σε επαφή με την πορ­νο­γρα­φί­α τυχαία (44%) και όχι επειδή την αναζήτησαν επί τούτου (33%) ή επειδή κάποιος τους υ­πο­χρέ­ω­σε να τη δουν (17%).

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (05.08.2017)

Παγκόσμιες ικανότητες

(δημοσιογράφος)

Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα αλλάξουν στη ζωή τους επτά επαγγέλματα, τα τρία από τα ο­ποί­α δεν υπάρχουν ακόμη. Θα επικοινωνούν και θα συνεργάζονται πάνω σε συγκεκριμένα πρό­τζεκτ με ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη, τους οποίους θα συναντούν στην... ο­θό­νη του υ­πο­λο­γι­στή τους. Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα βρεθούν σε έναν άλλο κόσμο όσον α­φο­ρά την ερ­γα­σί­α, που ούτε να φανταστούμε μπορούμε και βέβαια σε καμία περίπτωση δεν ξέρουμε τις νέες πα­ρα­μέ­τρους του. Το σίγουρο είναι ότι δε θα έχουν σημασία μόνο αυτά που ξέρεις, αφού η πρό­σβα­ση στην πληροφορία γίνεται ολοένα και πιο εύκολη για ολοένα και περισσότερους αν­θρώ­πους, αλλά κυρίως τι μπορείς να κάνεις με αυτά που ξέρεις, πώς μπο­ρείς να τα αξιοποιήσεις. Χρει­ά­ζο­νται, επομένως, «παγκόσμιες ικανότητες».

Η δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικά περιβάλλοντα, η ι­κα­νό­τη­τα συνεργασίας με κοι­νό στό­χο, η επίλυση δύσκολων προβλημάτων με διαφορετικούς τρόπους, η ι­κα­νό­τη­τα να με­τα­βάλ­λεις τον εαυτό σου σχεδόν ταυτόχρονα με τον κόσμο είναι πια προαπαιτούμενα. Δύ­σκο­λα πράγ­μα­τα, βεβαίως, αλλά και συ­ναρ­πα­στι­κά συνάμα. Την ίδια στιγμή οι αλλαγές που προ­ω­θού­νται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύ­στη­μα δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ή, ακόμη χει­ρό­τε­ρα, τη χλευάζουν και την απαξιώνουν, κρίνοντάς τη μάλιστα με ι­δε­ο­λη­πτι­κούς όρους. Σαν να γίνεται να στα­μα­τή­σεις τη χρήση του διαδικτύου, επειδή μπορεί να χρησιμοποιείται για την προ­ώ­θη­ση του κα­πι­τα­λι­σμού.

Πολλές φορές οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν έχουν καν τόσο «βαθιά» κίνητρα· βα­σί­ζο­νται σε ένα οφθαλμοφανές κυνικό κομματικό πάρε δώσε: Το προνήπιο, για παράδειγμα, θα ε­ντα­χθεί στην υποχρεωτική εκπαίδευση, ώστε να προσληφθούν περισσότεροι εκπαιδευτικοί· τα Θρη­σκευ­τι­κά θα μείνουν γιατί δε συμφέρει πολιτικά να συγκρουστείς με την Εκκλησία· το ά­συ­λο στα πα­νε­πι­στή­μι­α θα επανέλθει για να ηρεμήσουν οι αριστεριστές...

Αρκεί ένα απλό «γκουγκλάρισμα» για να βρεθεί κανείς στον εκπαιδευτικό κόσμο της φα­ντα­σί­ας και της αλλαγής σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη. Φοβάμαι την ώρα που θα με ρω­τή­σει το παι­δί μου για ποιο λόγο υποχρεώθηκε να μάθει μέσα σε μια ιδεοληπτική, μίζερη και α­πό­λυ­τα βα­ρε­τή εκπαιδευτική πραγματικότητα, όταν στον κόσμο συμβαίνουν τόσα συ­ναρ­πα­στι­κά και εν­δι­α­φέ­ρο­ντα πράγματα.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (04.08.2017)

4 Μαΐου 2017

Εμβόλια: Ένα τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής

(αν. καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος ΔΣ ΚΕΕΛΠΝΟ)

Πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο φαραώ της Αιγύπτου Ραμ­σής ο 5ος καταγράφηκε ως το πρώτο διάσημο θύμα της πρώτης ιστορικά επιδημίας στον κό­σμο, της ευ­λο­γιάς. Από τότε, και μέχρι την εξάλειψη της νόσου στο τέλος της δεκαετίας του ’70, δεκάδες ε­κα­τομ­μύ­ρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από αυτήν. Συντριπτικά πε­ρισ­σό­τε­ροι όμως είναι εκείνοι που διασώθηκαν χάρη στο εμβόλιο κατά της ευλογιάς, το πρώτο εμ­βό­λι­ο που αναφέρεται στην ι­στο­ρί­α της Ιατρικής. Οι εμβολιασμοί κατά της ευλογιάς ε­φαρ­μό­σθη­καν συστηματικά σε παγκόσμιο επίπεδο από το 1956 και οδήγησαν στην εξάλειψη της νό­σου, η οποία ανακοινώθηκε επισήμως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) στις 8/5/1980.

Η ανακάλυψη και συστηματική χρήση των εμβολίων αποτελεί έναν από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους –αν ό­χι τον σημαντικότερο– σταθμούς στον αγώνα για την προστασία της δημόσιας υ­γεί­ας. Στο πλαίσιο αυ­τό ο ΠΟΥ έχει καθιερώσει τον εορτασμό της Ευρωπαϊκής Εβδομάδας Εμ­βο­λι­α­σμών από τις 24 έ­ως τις 30 Απριλίου κάθε χρόνο με στόχο την πρόκληση και τον συ­ντο­νι­σμό ενημερωτικών δράσεων για τη σπουδαιότητα των εμβολιασμών αλλά και την αύ­ξη­ση της εμβολιαστικής κάλυψης του πλη­θυ­σμού.

Δυστυχώς, παρόλο που χάρη στα εμβόλια ασθένειες όπως η ευλογιά ή η πανώλη έχουν ε­ξα­λει­φθεί, παρόλο που οι σημερινοί παιδίατροι γνωρίζουν π.χ. τη διφθερίτιδα μόνο μέσα από τα βιβλία Ι­α­τρι­κής, η παράνοια της τελευταίας εικοσαετίας, που –κατ’ ευφημισμόν– ο­νο­μά­ζε­ται «αντιεμβολιαστικό κίνημα», απειλεί διαχρονικά αυτό το τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής: τα εμβόλια και τη συ­στη­μα­τι­κή τους εφαρμογή.

Η φωτιά που άναψε το 1998 ο ανεκδιήγητος Βρετανός «ερευνητής» Andrew Wakefield ό­ταν, μέ­σω δημοσίευσης έρευνας-απάτης στο The Lancet, ισχυρίστηκε την ύπαρξη συν­δέ­σμου με­τα­ξύ αυ­τι­σμού και εμβολίων, συνεχίζει να καίει και να στοιχίζει ζωές αθώων παιδιών, τα ο­ποί­α άφρονες γο­νείς αφήνουν ανεμβολίαστα. Υπέρογκα ποσά δαπανήθηκαν και πε­ρί­που 26 ε­κα­τομ­μύ­ρι­α παιδιά ε­ρευ­νή­θη­καν προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν βασιμότητα των ι­σχυ­ρι­σμών του Wakefield. Όλες οι σχε­τικές έρευνες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: δεν υ­πάρ­χει κα­μί­α συ­σχέ­τι­ση μεταξύ εμβολίων και αυτισμού. Το επιστημονικό περιοδικό ζήτησε συ­γνώ­μη, α­φαι­ρέ­θη­κε η άδεια άσκησης ε­παγ­γέλ­μα­τος από τον Wakefield, αλλά το κακό είχε γί­νει. Η α­νά­πτυ­ξη των νέων μέσων επικοινωνίας, που ως γνωστόν ευνοούν την ταχεία δι­ά­δο­ση και των πά­σης φύσεως θεωριών συνωμοσίας, συνέβαλε στην ενδυνάμωση της φωνής ό­σων πο­λε­μούν τα εμβόλια.

Κι ενώ θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά στον απλό πολίτη, που δεν μπορεί να δια­χω­ρί­σει την ήρα από το στάρι μέσα σε έναν ωκεανό πληροφοριών, είναι αδιανόητο να α­πο­δε­χθού­με πως υπάρχουν γιατροί που αρνούνται την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων. Έ­χο­ντας ασκήσει την Ιατρική επί 40 συναπτά έτη, έχοντας εργαστεί επί του πε­δί­ου στον α­να­πτυσ­σό­με­νο κόσμο και έχοντας διαπιστώσει με τα μάτια μου τι σημαίνει μια φτω­χή χώρα να μην μπορεί να εμ­βο­λιά­σει τα παιδιά της, καταδικάζω με τον πλέον κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρόπο όλους εκείνους τους ε­παγ­γελ­μα­τί­ες υγείας που από το ασφαλές τους γραφείο ε­ξα­πο­λύ­ουν μύδρους φαντασιοπληξίας κα­τά των εμβολίων. Οι γιατροί, όλοι οι επαγγελματίες υ­γεί­ας, δεν έχουμε την πολυτέλεια να πα­ρα­μέ­νου­με απαθείς· οφείλουμε να υψώσουμε σθε­να­ρή φωνή ενάντια στον παραλογισμό. Τα εμβόλια είναι α­ποτελεσματικά και προστατεύουν τη ζωή των παιδιών μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25.04.2017)

3 Μαΐου 2017

Γονείς: Όλο και πιο διστακτικοί
έναντι του εμβολιασμού

Ανησυχητικές διαστάσεις αρχίζει να λαμβάνει και στην Ελλάδα το αντιεμβολιαστικό κίνημα. Ό­λο και πιο συχνά οι παιδίατροι καλούνται να καθησυχάσουν τους γονείς που προ­σέρ­χο­νται στα ι­α­τρεί­α τους με ερωτήσεις σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων. «Η εντύπωση που έ­χου­με είναι ό­τι το φαινόμενο μέρα με τη μέρα μεγαλώνει», ανέφερε η κ. Μαρία Θε­ο­δω­ρί­δου, ομότιμος κα­θη­γή­τρια Παιδιατρικής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, σε ενημερωτική εκ­δή­λω­ση που διοργάνωσε το Κέ­ντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων με αφορμή την Ευ­ρω­παϊ­κή Εβδομάδα Εμβολιασμών (24-30 Απριλίου 2017).


«Μελέτη του 2012 του ΚΕΕΛΠΝΟ κατέδειξε ότι στους 100 γονείς ο ένας αρνείται να κάνει το εμ­βό­λι­ο. Τώρα μπορεί να έχει φθάσει να αρνούνται δέκα στους 100 γονείς. Αυτό που βλέ­που­με είναι ό­τι από τους πέντε γονείς που θα έρθουν στο ιατρείο οι τέσσερις θα εκφράσουν τη διστακτικότητά τους για τους εμβολιασμούς. Άλλος θα ρωτήσει μήπως δε θα πρέπει να κά­νει όλα τα εμβόλια στο παιδί του, άλλος θα ζητήσει να γίνουν τα εμβόλια αργότερα και άλ­λος μπορεί να μεταφέρει κάτι που άκουσε σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων, ζη­τώ­ντας την άποψη του γιατρού», σημείωσε η κ. Θεοδωρίδου, καταλήγοντας ότι «τα εμβόλια είναι θύ­μα­τα της ίδιας της επιτυχίας τους. Πολλές ασθένειες έχουν εξαλειφθεί λόγω των εμβολίων και δε θυμούνται πλέον οι νέοι την εγκεφαλίτιδα ως επιπλοκή της ιλαράς ή τα άτομα με κινητικές δυ­σκο­λί­ες λόγω της πολιομυελίτιδας». Τα πο­σο­στά εμβολιαστικής κάλυψης παραμένουν στην Ελλάδα υψηλά, γεγονός που έχει οδηγήσει στην «εκ­ρί­ζω­ση» ή και εξαφάνιση νο­ση­μά­των. Όπως ανέφερε η κ. Θεανώ Γεωργακοπούλου, υ­πεύ­θυ­νη του Τμήματος Ε­πι­δη­μι­ο­λο­γι­κής Επιτήρησης του ΚΕΕΛΠΝΟ, από το 2002 η Ελλάδα έχει α­να­κη­ρυ­χθεί χώρα «ελεύθερη πο­λι­ο­μυ­ε­λί­τι­δας», ενώ κανένα κρούσμα ιλαράς δεν έχει δηλωθεί από τις αρ­χές του 2016 έως τον Απρίλιο του 2017.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα του ΚΕ­ΕΛ­ΠΝΟ ή εδώ.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (26.04.2017) / Πέννυ Μπουλούτζα

27 Απριλίου 2017

Παιδεία, εκπαίδευση και κοινωνική συνείδηση

(σχολική σύμβουλος φιλολόγων, κριτικός βιβλίου)

Λένε ότι οι καλοί τρόποι και η φυσική ευγένεια δε φαίνονται όταν μιλάει κανείς με τη βα­σί­λισ­σα Ε­λι­σάβετ αλλά με τον μπάτλερ της. Πώς, όμως, καλλιεργούνται οι κανόνες καλής συ­μπε­ρι­φο­ράς; Αρ­κούν σε μια κοινωνία, σε ένα κράτος, οι καλοί νόμοι ή οι καλές προθέσεις; Κι αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι έχουν προβλεφθεί και υπάρχουν, εφαρμόζονται οι πρώτοι και πραγ­μα­το­ποι­ού­νται οι δεύτερες; Πώς θα λειτουργήσουν ομαλά και αποτελεσματικά οι ομάδες και τα άτομα στον δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο; Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε για να παράγουμε α­πρό­σκο­πτο και γόνιμο έργο, ώστε να μη χάνεται ο χρόνος σε ασήμαντα και πολύ «ανθρώπινα» ζη­τή­μα­τα, τα οποία μας απομακρύνουν από την ουσία των πραγμάτων και μας καθηλώνουν σε έ­να σημείο όπου, αυτάρεσκα τελματωμένοι, δεν αλ­λάζουμε τίποτα, μοιραίοι και α­πο­μο­νω­μέ­νοι στον μικρόκοσμό μας, εθισμένοι στο να υποτιμούμε τη νοημοσύνη του άλλου, γιατί τόσο μας ε­πι­τρέ­πει η περιορισμένη δική μας;

Είναι κοινός τόπος ότι δε θα δημιουργηθεί ο τέλειος άνθρωπος, ακόμη κι αν αυτός φοιτήσει στο πιο προωθημένο εκπαιδευτικό σύστημα. Ωστόσο υπάρχουν τρόποι και έχουν υιοθετηθεί θε­σμοί, σε μι­κρές ή μεγαλύτερες ομάδες, οι οποίοι έχουν δοκιμαστεί αλλού, ώστε να α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται απο­τε­λε­σμα­τι­κά ακραίες κοινωνικές καταστάσεις όπως η επιθετικότητα ή η α­που­σί­α συνεργατικού πνεύ­μα­τος. Τέτοιοι είναι η αξιολόγηση στον χώρο εργασίας και η υι­ο­θέ­τη­ση των επαρκών και κατάλ­λη­λων κοινωνικών συμβάσεων, που προσφέρουν –όταν ε­φαρ­μό­ζο­νται σωστά– τους χρή­σιμους «αρ­μούς», οι οποίοι συγκρατούν την αυθαιρεσία και τον κοι­νω­νι­κό κανιβαλισμό και ε­νι­σχύουν τους δε­σμούς εμπιστοσύνης. Και επειδή οι απλές γνώσεις σε θέ­μα­τα επιστημονικά δεν είναι αρκετές για να δημιουργηθούν ολοκληρωμένες προ­σω­πι­κό­τη­τες, στον χώρο του σχο­λείου απαιτούνται από την πρώτη κιόλας στιγ­μή άλλοι χειρισμοί, οι ο­ποί­οι διασφαλίζουν την ομαλή συμβίωση των ατόμων, ό­που κυρίαρχο ρόλο οφείλουν να παί­ζουν ο σεβασμός, η αλληλεγγύη και η συνεργασία, όχι κατά το δο­κούν, αλλά με εκείνες τις δε­ξι­ό­τη­τες και τους κανόνες που αποφέρουν θετικά α­πο­τε­λέ­σμα­τα προς όφελος του κοι­νω­νι­κού συνόλου. Στο εκπαιδευτικό σύστημα σημαντικό ρόλο παίζει η χρήση κα­νό­νων που συμ­βάλ­λουν, μέσω της σωστής τους διαχείρισης και της κατάλληλης εκ­παί­δευ­σης των δα­σκά­λων και καθηγητών, στη συγκρότηση της προσωπικότητας του μαθητή, προκειμένου να προ­ε­τοι­μα­στεί και να ωριμάσει προτού εισέλθει στον κοινωνικό στίβο.


Η αξιολόγηση, ως τμήμα του εκπαιδευτικού και εργασιακού συστήματος, μπορεί να γίνεται αμ­φί­δρο­μα. Από πάνω προς τα κάτω και αντιθέτως. Επιπλέον, χρειάζεται να λειτουργεί και να βελ­τι­ώ­νε­ται διαρκώς ως αναπόσπαστο μέρος της όλης εκπαιδευτικής και εργασιακής δι­α­δι­κα­σί­ας, διότι εί­ναι απαραίτητο, για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, να κρίνεται και ε­κεί­νος ο οποίος α­σκεί εξουσία, καθώς η έμφυτη ή επίκτητη ευγένεια ή οι διοικητικές δε­ξι­ό­τη­τές του θα φανούν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον μαθητή ή τον υφιστάμενο. Γι’ αυ­τό θα ωφελήσει την κοι­νω­νί­α αν συνυπολογιστεί και αξιοποιηθεί ο τρόπος ή οι τρόποι με τους οποίους οι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες και κοινωνική συ­νεί­δη­ση, ώστε να μάθουν τα όριά τους, τα μέ­σα για να συμβιώνουν αγαστά με τους άλλους, να γίνουν κάποτε καλοί επαγγελματίες, σωστοί μά­να­τζερ, να ελέγξουν και καθυποτάξουν τα α­τα­βι­στι­κά ένστικτα.

Και πρέπει οι ειδικοί, όσοι δηλαδή είναι υπεύθυνοι για τα προγράμματα και τη λειτουργία των θε­σμών στην εκπαίδευση, πέραν πολιτικών σκοπιμοτήτων, αφού μελετηθούν τα δεδομένα, να θέσουν τις βάσεις για πράξεις και να μη μένουν στα λόγια, στις αόριστες έννοιες και τα συν­θή­μα­τα, καθώς και στα σχέδια επί χάρτου. Και τα όποια προγράμματα εξαγγέλλονται να ε­φαρ­μό­ζο­νται πρώτα πι­λο­τι­κά και να ερευνώνται τα αποτελέσματά τους, να αξιολογούνται και να βελτιώνονται. Ε­ξάλ­λου, χρειάζεται κοινός νους, κοινοί στόχοι, συναίνεση και πολλή δου­λειά, για να δρομολογηθούν δρα­στικά οι βελτιώσεις, να αλλάξει η νοοτροπία του τύπου «θα του δείξω εγώ», ώστε να α­πο­κλει­στεί η καταφυγή και παραμονή σε μικροψυχίες και νο­ση­ρές καταστάσεις. Άλλως, θα ανα­ζη­τού­νται διαρκώς ικανά στελέχη για τη συγκρότηση και α­νά­πτυ­ξη ευαίσθητων δημόσιων φορέων, ε­νώ θα α­να­κυ­κλώνονται παθογένειες του πα­ρελ­θό­ντος και του παρόντος.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (24.04.2017)

11 Απριλίου 2017

Τα παιδιά μας, αυτοί οι άγνωστοι

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

«​​​​Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για τον θάνατο του παππού του;», «Πώς να του πω για τον πα­τέ­ρα του που έφυγε από το σπίτι;», «Τώρα στην εφηβεία δε θέλει να μου μιλήσει, γιατί;», «Για­τί μένει κλεισμένο στο σπίτι, τι σκέφτεται;», «Πώς να τον κατευθύνω ως προς τη σχολή που θα επιλέξει;». Αυτές είναι μόνο μερικές από τις ερωτήσεις που δέχομαι από γονείς κα­θη­με­ρι­νά. Συναντώ γονείς αγ­χω­μένους, ανήσυχους, με αγωνία για απλά αλλά και πιο σύνθετα πράγ­μα­τα. Η διαπαιδαγώγηση είναι για αυτούς μια ιστορία συμβουλών. Θέλουν να πάρουν συμ­βου­λές για το πώς θα αναθρέψουν τα παιδιά τους, θέλουν να δώσουν συμβουλές στα παι­διά τους. Μερικές φορές είναι πολύ φυσιο­λο­γι­κό να θέλουν μια κατεύθυνση, έναν άν­θρω­πο που κάπως ξέρει να τους πει κάτι ή να πει κάτι στα παιδιά τους. Κάποιες φορές, όμως, δεν μπορώ να δώσω συμβουλές, γιατί νιώθω ότι οι γονείς ρω­τά­νε τα λάθος πράγματα. Και τό­τε καμιά συμβουλή δε θα τους ικανοποιήσει.

Πολύ συχνά θέτω σε αμφισβήτηση την ικανότητα να γνωρίζουμε τα παιδιά μας:
● Αν τα έ­χου­με πα­ρα­τηρήσει σε όλες τις φάσεις τους, αν έχουμε περάσει ποιοτικό και πο­σο­τι­κό χρόνο μα­ζί τους, αν τους έχουμε μάθει να συζητούν και, τέλος, αν παρατηρούμε τον ε­αυ­τό μας σε αλ­λη­λε­πί­δρα­ση με εκείνα.
● Αν αντέχουμε το παιδί μας να είναι την ίδια στιγμή ο πιο δι­κός μας άνθρωπος και έ­νας ξέ­νος· και να ισορροπούμε ανάμεσα σε αυτήν τη σιωπηλή σύμ­βα­ση.
● Αν, ακόμη, κινούμαστε πα­ράλ­ληλα με αυτό, αφουγκραζόμαστε τις αγωνίες του, το στη­ρί­ζου­με, του ανοίγουμε δρόμους αλ­λά, κυρίως, αν στεκόμαστε πίσω από αυτό ή δίπλα και ό­χι μπρο­στά –ό­χι πριν από αυτό για αυ­τό.

Πόσο γνωρίζουμε τα παιδιά μας; Τι είναι αυτό που μας κάνει να στεκόμαστε αμήχανοι α­πέ­να­ντι στις αγωνίες και τις επιθυμίες τους; Γιατί προσπαθούμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, να προ­λά­βου­με τις κρίσεις ή να καλύψουμε τις ανάγκες τους; Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στο παι­δί της κοι­λιάς μας και στο παιδί της καρδιάς μας; Γιατί προσπαθούμε να τα κα­τευ­θύ­νου­με, να τους δώσουμε τη δική μας φαντασίωση για αυτό που λέγεται ζωή; Και, τέλος, γιατί ξε­χά­σα­με τόσο πολύ πώς ή­μα­σταν εμείς παιδιά;

Λίγοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι το να γίνεις γονιός προϋποθέτει μια σπουδή του εαυτού –ό­χι του εαυτού του παιδιού μας, αλλά του παιδικού εαυτού μας. Κάθε φορά που ρωτάμε κά­τι για το παιδί μας πρέπει να αναρωτιόμαστε εάν το ρωτάμε για εμάς ή για εκείνο. Τα παιδιά μας πρέπει να πα­ραμείνουν σε έναν βαθμό ολίγον άγνωστα για εμάς. Αλλά δε δικαιούμαστε να πα­ρα­μεί­νου­με ε­μείς άγνωστοι με τον εαυτό μας μέχρι το τέλος της ζωής μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (26.03.2017)

9 Απριλίου 2017

Οι θεμελιώδεις αξίες της παιδείας

(καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale)

Η​​ σημασία της παιδείας είναι κομβική τόσο για την προσωπική ανάπτυξη του κάθε αν­θρώ­που χω­ρι­στά όσο και για τη συνολική ανάπτυξη μιας χώρας. Γι’ αυτό και η παιδεία θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων μας. Επειδή όμως το θέμα της παιδείας είναι ε­ξαι­ρε­τι­κά σύν­θε­το, πολλές φορές χάνουμε το δάσος για τα δέντρα. Θα ήθελα λοιπόν να υ­πεν­θυ­μί­σω κάποιες θε­με­λιώ­δεις, κατά τη γνώμη μου, αξίες που πρέπει να συναποτελούν τον κε­ντρι­κό άξονα των σχετικών προβληματισμών:

1. Ερμηνεία και διαχείριση, όχι αναπαραγωγή

Η παιδεία στη χώρα μας εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να αντανακλά τις αξίες της εποχής στην ο­ποί­α θεμελιώθηκε. Παρά τις διάφορες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές που ε­πι­χει­ρή­θη­καν κατά και­ρούς, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται σε υπερβολικό βαθμό από αξίες που μας κληροδότησε ο 19ος αιώνας. Παλιότερα η πρόσβαση στην πληροφορία ήταν εξαιρετικά δυ­σχε­ρής και αυτό που έ­κα­νε κάποιους (και αργότερα κάποιες) να ξεχωρίζουν ήταν η ι­κα­νό­τη­τά τους να αναπαράγουν τη γνώση που αποκτούσαν. Η βασική μέθοδος ήταν η α­πο­στή­θι­ση.

Σήμερα πλέον ζούμε σε έναν κόσμο που κολυμπά μέσα σε μια σχεδόν απεριόριστη πο­σό­τη­τα πλη­ρο­φο­ρίας. Η απάντηση σε ένα ερώτημα εξαρτάται απλούστατα από την ευκολία της πρό­σβα­σής μας στο διαδίκτυο. Αυτό όμως που δεν είναι καθόλου αυτονόητο είναι η ερμηνεία και διαχείριση της τεράστιας αυτής ποσότητας πληροφοριών. Το ποιο ερώτημα θα θέσει κα­νείς είναι πιο σημα­ντι­κό από το ποια απάντηση θα λάβει, ενώ η σύνθεση είναι πολύ πιο ση­μα­ντι­κή από την αποδελ­τί­ω­ση. Αντί λοιπόν το εκπαιδευτικό σύστημα να βασίζεται στην α­πο­στή­θι­ση, όπως συμβαίνει τώρα, θα έπρεπε να ενθαρρύνει και να καλλιεργήσει την κριτική ι­κα­νό­τη­τα. Είναι μάλιστα προφανές πως ο α­ναπροσδιορισμός αυτός δεν είναι απαραίτητος μό­νο για την ανθρώπινη ανάπτυξη αλλά και για την επιβίωση της δημοκρατίας.

2. Ικανότητα απόκτησης καινούργιων δεξιοτήτων σε μόνιμη βάση

Είναι σχεδόν κοινότοπη η διαπίστωση πως η τεχνολογική επανάσταση έχει προκαλέσει τε­ρά­στι­ες α­να­τροπές στην οικονομία και πως μεταμορφώνει τα δεδομένα της απασχόλησης με τα­χύ­τα­τους ρυθ­μούς. Η κυρίαρχη σήμερα αντίληψη πως στόχος των σπουδών είναι η α­πό­κτη­ση ορισμένων συ­γκε­κριμένων δεξιοτήτων που αποτυπώνονται σε ένα πτυχίο, το οποίο και εξασφαλίζει την α­ντί­στοι­χη «επαγγελματική αποκατάσταση», έχει όλο και πιο πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη εφαρμογή. Η επαγγελματική α­γο­ρά χαρακτηρίζεται από μεγάλη αβεβαιότητα και ρευ­στό­τη­τα και αυτό απαιτεί πάνω απ’ όλα τη δυνατότητα να μπορεί κανείς να εξελίσσεται συνεχώς. Η συνεχής, όμως, αυτή εξέλιξη και προσαρ­μο­γή δεν είναι κάτι που διαθέτουμε αυτόματα. Εί­ναι μια δεξιότητα που αποκτούμε μέσω της μά­θη­σης και που πρέπει να παρέχει το εκ­παι­δευ­τι­κό σύστημα.

3. Ποικιλία αντί ομοιομορφίας

Ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να προσαρμόζεται στους χρήστες του και ε­πο­μέ­νως να λειτουργεί με πολλαπλές ταχύτητες. Πρέπει, για παράδειγμα, να βοηθά ταυ­τό­χρο­να τους τα­λα­ντού­χους να γίνουν άριστοι, αλλά και τους πιο αδύναμους να ξεπεράσουν τις α­δυ­να­μί­ες τους. Πρέ­πει να μη θέτει προσκόμματα στις οικογένειες που διαθέτουν τους πό­ρους για να επιδιώξουν μια υ­ψη­λότερου επιπέδου παιδεία για τα μέλη τους, αλλά ταυτόχρονα να ε­νι­σχύ­ει όσους είναι μεν ι­κα­νοί αλλά δε διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους. Τα ακριβά ι­δι­ω­τι­κά σχολεία πρέπει να συνυ­πάρ­χουν με τα πρότυπα δημόσια σχολεία αριστείας. Τα δη­μό­σι­α σχολεία και πανεπιστήμια που το επιθυμούν θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν τα προ­γράμ­μα­τα σπουδών τους, τις παιδαγωγικές μεθόδους τους, τις γλώσσες διδασκαλίας τους κτλ. και να κρίνονται με βάση τα αποτελέσματά τους. Οι πρακτικές αυτές προφανώς και δεν είναι συμβατές με το σημερινό υπέρμετρα συγκε­ντρω­τι­κό και τυπολατρικό σύστημα.

4. Προτεραιότητα στους χρήστες έναντι των λειτουργών

Στους περισσότερους τομείς της κρατικής οικονομίας (π.χ. μέσα μαζικής μεταφοράς, ΕΡΤ, ΔΕ­ΚΟ) οι κρατικές δομές ευνοούν κυρίως τα μέλη σε σχέση με τους χρήστες τους. Θα μπο­ρού­σε μάλιστα να πει κανείς πως πολλές κρατικές δομές υπάρχουν κυρίως για να παρέχουν προ­σό­δους στους υ­παλ­λήλους τους.

Προφανώς η ποιότητα της παιδείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότη­τα των λει­τουρ­γών της, καθώς και τις συνθήκες εργασίας τους. Κακά εκπαιδευμένοι και κακοπλη­ρω­μέ­νοι δάσκαλοι δεν πρόκειται να παράγουν καλούς μαθητές. Από την άλλη όμως, η αίσθηση του καθήκοντος και η ευθύνη που επιτάσσει η παροχή της μόρφωσης είναι χαρακτηριστικά που δεν εγγυάται από μόνος του ένας καλός μισθός. Όλοι μας έχουμε προσωπικά πα­ρα­δείγ­μα­τα δασκάλων που έκαναν κάτι πα­ρα­πά­νω για εμάς και γνωρίζουμε την τεράστια σημασία που είχαν οι πράξεις αυτές για τη μετέ­πει­τα διαμόρφωσή μας. Είναι, επομένως, επιτακτικό οι κα­λύ­τε­ροι δάσκαλοι να τυγχάνουν προνομια­κής μεταχείρισης σε σχέση με τους λιγότερο κα­λούς.

Είναι αναμφίβολο πως οι αποφάσεις που θα μετουσιώσουν τις θεμελιώδεις αυτές αρχές σε πρά­ξη δεν είναι ούτε αυτονόητες ούτε εύκολες. Αν όμως δε γίνουν πυξίδα μας, δεν πρόκειται να κατα­φέ­ρου­με τίποτα.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12.03.2017)

30 Ιανουαρίου 2017

Μην τα βοηθάτε διαρκώς στα μαθήματα!

(δημοσιογράφος)

«Εάν θέλετε τα παιδιά σας να προοδεύσουν στο σχολείο, μην τα βοηθάτε διαρκώς να κά­νουν τα μαθήματά τους», σημειώνεται σε πρόσφατες έρευνες, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η υ­περ­βο­λι­κή ε­νασχόληση των γονιών με τα μαθήματα των παιδιών έχει, τελικά, αρνητική ε­πί­πτω­ση στην ανάπτυ­ξή τους και στην κατάκτηση της γνώσης, αφού οι μαθητές αι­σθά­νο­νται ό­τι δεν είναι ικανοί να τα καταφέρουν μόνοι τους.

Οι εκπαιδευτικοί εξηγούν ότι μερικοί γονείς γράφουν οι ίδιοι τις σχολικές εργασίες, ενώ η ε­μπλο­κή στην εκπαίδευση των παιδιών είναι τόσο μεγάλη, που φτάνει στο σημείο να στέλ­νουν στους εκπαι­δευτικούς μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανά πάσα στιγμή, α­κό­μη και τα Σαββατοκύριακα, για να ρωτήσουν λεπτομέρειες σχετικά με την εργασία που έχει να κά­νει το παιδί τους.

Τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη των μαθητών α­πό αυτού του είδους τη γονική βοήθεια μπορεί να είναι πιο σοβαρά απ’ όσο μπορεί να φα­ντα­στεί κά­ποιος. Οι γονείς εκφράζουν τελικά, με αυτήν την επίμονη ενασχόληση, τη μεγάλη ση­μα­σί­α που έχει για εκείνους η επιτυχία των παιδιών τους στο σχολείο με μια συμπεριφορά η οποία ενδέχεται να προκαλέσει στα παιδιά διαφόρων ειδών αντιδράσεις: κρίσεις άγχους, ε­νί­σχυ­ση ναρκισσιστικών τάσεων, έλλειψη επιμονής στην κατάκτηση –με τη δική τους προ­σπά­θει­α– της γνώσης.


Σύμφωνα με τη μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις, τα παιδιά με ηλικία με­γα­λύ­τε­ρη των εννέα ετών προσλαμβάνουν την εμπλοκή των γονιών στην ολοκλήρωση των ερ­γα­σι­ών τους ως ένδειξη δικής τους ανικανότητας. Η βοήθεια σε ένα παιδί μπορεί να είναι χρή­σι­μη στα πρώτα χρό­νια της εκπαίδευσής του, λένε οι ερευνητές, αλλά οι γονείς θα πρέ­πει, καθώς το παιδί τους μεγα­λώνει, να προσαρμόσουν την υποστήριξή τους και να το βοη­θούν μόνο αν εκείνο το ζητά.

Όσο για τη συμμετοχή των γονέων στις εργασίες των εφήβων, αυτή θεωρείται μόνο ε­πι­ζή­μι­α, δε­δο­μέ­νου ότι το παιδί πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται τον φόρτο των εργασιών του, να μά­θει να είναι αυτόνομο και να γνωρίζει ότι ευθύνεται για τη βαθμολογία του.

Τέλος, τονίζουν οι ερευνητές, δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τον χρυσό κανόνα της επιτυχούς εκ­παί­δευ­σης: ο ρόλος των γονιών δεν είναι να βοηθούν τα παιδιά τους να πετυχαίνουν εύ­κο­λα έναν στό­χο σήμερα, αλλά να συνδράμουν στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων εκείνων που θα τους επιτρέψουν αργότερα να λύνουν τα προβλήματά τους χωρίς τη βοήθεια των γονιών.

22 Ιανουαρίου 2017

Ανατροφή παιδιών ή γονιών;

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

​​​​«Δεν έχει αυξηθεί το μπούλινγκ στα σχολεία;», «Δεν έχει χαλάσει η εκπαίδευση;», «Τι να κά­νου­με με τη μικρή που τσιρίζει;», «Έχουν αγριέψει οι εποχές, τα παιδιά μας κινδυνεύουν», εί­ναι μερικές α­πό τις φράσεις που άκουσα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού από γονείς με μι­κρά παιδιά μόλις πληροφορούνταν την ιδιότητά μου. Είναι άξιο παρατήρησης ότι κάθε φορά που υπάρχει στην παρέ­α κάποιος ψυχολόγος οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ανοιχτούν, να εξωτερικεύσουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους. Και είναι λογικό. Υπάρχει πο­λύ μεγάλη ανάγκη για στήριξη, κατα­νόηση, ένα αφτί να τα πεις, και μάλιστα ένα αφτί που νιώ­θεις ότι κάτι ξέρει παραπάνω από έναν απλό φίλο.

Ωστόσο, αυτό που είναι έντονο πλέον είναι ότι οι άνθρωποι ανοίγουν σοβαρές συζητήσεις χω­ρίς να τις παίρνουν στα σοβαρά και χωρίς να θέλουν να μετακινηθούν. Τα παιδιά τους, ως διά μαγείας, ναι­· εκείνοι όχι.

Είναι δύσκολο να είσαι γονιός. Πάντα ήταν. Παρ’ ότι οι τωρινοί γονείς διεκδικούν έναν με­γα­λύ­τε­ρο βαθμό δυσκολίας, λέγοντας γενικά και αόριστα ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Φυ­σι­κά και έχουν αλλάξει. Αλλά και οι γονείς έχουν αλλάξει. Αυτό που δε γίνεται αντικείμενο βα­θύ­τε­ρης κατανόησης είναι ότι το χρέος δεν είναι να μεγαλώσουμε μόνο παιδιά. Το χρέος μας εί­ναι να μεγαλώσουμε τον εαυτό μας. Αυτό έχει αλλάξει συγκριτικά με τις προηγούμενες γε­νιές, οι ο­ποί­ες όχι ότι κατόρθωναν πολλά πράγματα σε βάθος, άντεχαν όμως σε μεγαλύτερες πι­έ­σεις και προσαρμόζονταν στη διευρυ­μένη πυρηνική οικογένεια τηρώντας θεσμούς και πα­ρα­δό­σεις.

«Μα δεν είναι εγωιστικό να ασχολούμαι με μένα και όχι με το παιδί μου;» με ρώτησε μια νε­α­ρή μη­τέ­ρα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη παρερμηνεία που γίνεται. Η έννοια «ασχολούμαι με τον ε­αυ­τό μου» φαντάζει σαν την επιστροφή σε μια ξέφρενη εφηβεία. Ενώ θα έπρεπε να γίνεται α­ντι­λη­πτή ως η με­γαλύτερη κληρονομιά που θα αφήσουμε στα παιδιά μας. Η στροφή στον ε­αυ­τό οφείλει να πολλα­πλασιάζει τελικά τον χώρο για να μπουν μέσα τα μέλη του οικογένειας και όχι να αποκλείει τη δίο­δο της επαφής. Άλλωστε το παράδειγμα μορφώνει, όχι η συμ­βου­λή.

Τι σημαίνει –πρακτικά– ασχολούμαι με τον εαυτό μου; Πόσα από τα ερωτήματα που τα­λα­νί­ζουν τους γονείς αφορούν τον εαυτό τους και όχι τα παιδιά τους; Γιατί φοβούνται τόσο πολύ κά­ποιοι γο­νείς και γιατί αναζητούν εχθρούς και όχι συμμάχους στη διαπαιδαγώγηση των παι­διών τους; Πώς γίνεται να υπάρχει κακός δάσκαλος, κακός αστυνομικός, κακός παπάς, κακοί γεί­το­νες, κακοί φίλοι και τελικά μόνο οι γονείς να μένουν ανεπηρέαστα καλοί; Πώς γίνεται να α­παι­τούν τα παιδιά τους να ακούν τις συμβουλές τους, τη στιγμή που οι περισσότεροι δεν α­ντέ­χουν να ακούσουν κάτι για τον ε­αυτό τους; Ποιος μας είπε ότι άπαξ και δημιουργήσαμε οι­κο­γέ­νει­α είμαστε και αρκετά ώριμοι ή και ικανοί να διαχειριστούμε τα πάντα; Και πώς ζη­τά­με α­πό τα παιδιά μας να μεγαλώσουν τη στιγ­μή που η μεγαλύτερη δυσκολία αυτής της κοι­νω­νί­ας είναι να μεγαλώσει;

Μεγαλώνω δε σημαίνει ψηλώνω. Μεγαλώνω σημαίνει αποκτώ επαφή με την ψυχική μου πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Με τις δυσκολίες μου, τις αμφιθυμίες μου, τους παλιμπαιδισμούς μου, με τις λο­γι­κές και παράλογες ανάγκες μου. Με το παρελθόν μου.
● Μεγαλώνω σημαίνει κόβω τον ομφάλιο λώρο. Δεν παίρνω χρήματα από τους γονείς μου στα 40 μου, όση κρίση κι αν έχουμε. Δεν τους παίρνω τηλέφωνο κάθε ώρα για να μιλήσω για τα προβλή­ματά μου ούτε τους ζητώ συνέχεια να με ξελασπώνουν.
● Μεγαλώνω σημαίνει αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να μην έχω τη ζωή που φαντάστηκα αλλά αυ­τή εί­ναι η ζωή –και την παλεύω.
● Μεγαλώνω σημαίνει ζητώ συγγνώμη.
● Μεγαλώνω σημαίνει αποκτώ δική μου ζωή. Πραγματική. Δε συνεχίζω τη ζωή των γονιών μου, δεν κλέβω τη ζωή των παιδιών μου, ούτε κληρονομώ τις συνήθειες του άντρα ή της γυ­ναί­κας μου, ούτε γινόμαστε όλοι μαζί ένας διαγενεαλογικός χυλός όπου το παιδί δεν ξέρει εάν η γιαγιά είναι μαμά και εάν η μαμά είναι το παιδί.
● Μεγαλώνω σημαίνει αντιμετωπίζω κατάματα τη σεξουαλικότητά μου και τις ευθύνες μου. Χω­ρίς ε­νοχές αλλά και χωρίς να μας ανήκει ο κόσμος.

Δεν είναι τυχαίο που όταν μετατίθεται το βάρος από τα παιδιά στον εαυτό μας, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι αλ­λάζουν κουβέντα. Διότι, όπως είπε γλαφυρά και ένας μπαμπάς, «έλα, καλοκαίρι είναι, μη μας βά­ζεις δύσκολα»...

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25.09.2016)

Είχε κακοποιηθεί ως παιδί και έπραξε το ίδιο

Είναι ιδιαίτερα ψυχοφθόρο, αλλά η διαδικασία επαναλαμβάνεται κάθε φορά που έρχεται στο φως μια υπόθεση κακοποίησης παιδιού. Οι άνθρωποι στο «Χαμόγελο του Παιδιού», έχοντας ε­νη­με­ρω­θεί για τα στοιχεία του περιστατικού, ξεφυλλίζουν τα αρχεία τους για τυχόν κα­ταγ­γε­λί­ες σε σχέση με το συγκεκριμένο οικογενειακό περιβάλλον. Μήπως είχαν δεχθεί καταγγελία για κακοποίηση του παι­διού στο παρελθόν, αλλά οι Αρχές είχαν κωλυσιεργήσει; Μήπως θα μπο­ρού­σε η τραγική κατά­λη­­ξη να είχε αποφευχθεί;


Προχθές (10.01.2017) η αναζήτηση αυτή κατέληξε σε μια συγκλονιστική αποκάλυψη. Το «Χα­μό­γε­λο του Παιδιού» είχε ενημερωθεί για μια τραγική υπόθεση κακοποίησης. Ένα α­γο­ρά­κι μόλις 2,5 ε­τών από τη Σκάλα Λακωνίας είχε μεταφερθεί εσπευσμένα στο Παναρκαδικό Νο­σο­κο­μεί­ο Τρίπολης με σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και μώλωπες. Οι γιατροί, ε­κτι­μώ­ντας την κατάστασή του, έ­κριναν ότι έπρεπε να διακομιστεί επειγόντως στο Νο­σο­κο­μεί­ο Παίδων Αγλαΐα Κυριακού. Εκεί νοση­λεύεται μέχρι σήμερα σε κρίσιμη κατάσταση στη μο­νά­δα εντατικής θεραπείας. Το παιδί φέ­ρε­ται να έχει πέσει θύμα κακοποίησης της 23χρονης μη­τέ­ρας του και του 54χρονου συντρόφου της, οι οποίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ει­σαγ­γε­λέ­α με την κατηγορία της κακοποίησης α­νη­λί­κου.

Αμέσως το «Χαμόγελο του Παιδιού» δήλωσε διαθεσιμότητα για παροχή βοήθειας στο παιδί. Πα­ράλ­­λη­λα έλεγξε εάν η οικογένεια είχε απασχολήσει την οργάνωση στο παρελθόν. Τότε βρέ­θη­κε ότι το 2006 είχε υπάρξει ανώνυμη καταγγελία από ευαισθητοποιημένο πολίτη στην «Ε­θνι­κή Τηλεφωνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056» για την κακοποίηση και παραμέληση μιας 11χρονης από τον ίδιο της τον πατέρα σε περιοχή της Λακωνίας. Είχαν ενημερωθεί οι αρ­μό­δι­ες κοινωνικές υπηρεσίες και οι αρχές της περιοχής, όμως τελικά το κοριτσάκι δεν α­πο­μα­κρύν­θη­κε από το ακατάλληλο περιβάλ­λον όπου ζούσε. Εκείνη η 11χρονη, σύμφωνα με το «Χαμόγελο του Παιδιού», είναι η 23χρονη μητέ­ρα που φέρεται να κακοποίησε το δικό της παι­δί.

Θα είχε συμβεί ό,τι συνέβη εάν τότε το κορίτσι είχε απομακρυνθεί από την οικογένειά της και εί­χε μεγαλώσει σε ασφαλές περιβάλλον; «Κανείς δεν μπορεί να ξέρει», αναφέρουν από την ορ­γά­νω­ση. Το ερώτημα όμως αρκεί.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12.01.2017) / Λίνα Γιάνναρου