23 Ιανουαρίου 2018

Λάθος μηνύματα που παίρνει
το παιδί από μια αγκαλιά

Το όχι στη σωματική επαφή είναι δικαίωμα

Μια ζεστή αγκαλιά είναι απόδειξη αγάπης, σου δίνει ζεστασιά και ασφάλεια. Όλοι μας έ­χου­με α­νά­γκη από πολλές αγκαλιές μέσα στην ημέρα για να μπορούμε να λειτουργούμε σωστά. Ό­ταν όμως είσαι παιδί, η αγκαλιά που προσδοκάς δεν είναι η οποιαδήποτε. Είναι της μα­μάς, του μπαμπά, της γιαγιάς, των ανθρώπων που ξέρεις και αγαπάς. Την αγκαλιά ενός ξέ­νου, κά­­­ποιου που δεν εμπιστεύεσαι, που δε σου μεταδίδει ασφάλεια, δεν τη θες. Την α­­πω­­θείς.


Δεν πρέπει ποτέ να πιέζουμε ένα παιδί να δέχεται εναγκαλισμούς σώνει και καλά, γιατί τότε:

1. Νιώθει πίεση, ανασφάλεια, αμηχανία. Και αυτά δεν είναι συναισθήματα που περιμένουμε φυ­σι­ο­λο­γι­κά από μια αγκαλιά.

2. Πιστεύει λανθασμένα ότι το σώμα του δεν του ανήκει αλλά πρέπει να το μοιράζεται ακόμη και με όσους δε θέλει.

3. Καταλαβαίνει, επίσης λανθασμένα, ότι οποιοσδήποτε δικαιούται να το αγγίζει.

4. Θεωρεί ότι οι γνωστοί των γονιών του και οι συγγενείς είναι πάντα «οι δικοί μας άν­θρω­ποι», άκακοι και ακίνδυνοι. Κάποιοι είναι, κάποιοι όμως όχι.

5. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει πότε κάποιος είναι επικίνδυνος ή όχι.

6. Μαθαίνει ότι ο μόνος τρόπος για να δείξεις την αγάπη ή τη συμπάθειά σου είναι α­γκα­λιά­ζο­ντας τον άλλον. Κι όμως, μπορείς να το κάνεις με χίλιους δυο τρόπους χωρίς να υ­πο­βλη­θείς σε αγγίγματα που πιθανόν δε σου αρέσουν.

21 Ιανουαρίου 2018

Στο σπίτι χωρίς τη σχολική τσάντα

Πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι

(δάσκαλος, sxoleio98.blogspot.gr, podilato98.blogspot.gr)

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Φ.7/219218 /Δ1/13-12-2017 εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας, η σχολική τσάντα των μαθητών του Δημοτικού θα παραμένει για ένα Σαββατοκύριακο τον μή­να στο σχολείο. Ο εκάστοτε Σύλλογος Διδασκόντων θα ορίζει το Σαββατοκύριακο που θα υ­λο­ποι­εί­ται «η δράση» και θα συντάσσει σχετικό πρακτικό. Αν θέλει, μάλιστα, μπορεί να την ε­πε­κτεί­νει και σε περισσότερα Σαββατοκύριακα του μήνα.

Η εγκύκλιος επισημαίνει ότι η παραμονή της τσάντας στο σχολείο «δεν αποτελεί μια συμ­βο­λι­κή παρέμβαση» και δηλώνει ρητά ότι «επιδιώκεται οι μαθητές και οι μαθήτριες να μην α­σχο­λού­νται με την προετοιμασία μαθημάτων κατά τη διάρκεια αυτού του Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κου». Στό­χος είναι, αναφέρει, η αναβάθμιση της σχολικής ζωής και η σύνδεσή της με την κοινωνική πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Προφανώς τον άλλο καιρό, που τα παιδιά παίρνουν την τσάντα τους στο σπί­τι και ασχολούνται με τα μαθήματα της επόμενης μέρας, η σχολική ζωή υποβαθμίζεται και οι μαθητές αποσυνδέονται από τη κοινωνική πραγματικότητα (ίσως από την κοινωνική πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της μετριοκρατίας και της ισοπέδωσης προς τα κάτω). Ελπίζω, ωστόσο, να μην υ­πο­νο­εί­ται ότι τα δεινά της εκπαίδευσης, κάποια από αυτά έστω, προκλήθηκαν από τη μη ε­φαρ­μο­γή της «δράσης» τα προηγούμενα χρόνια.

Ταυτόχρονα, «η δράση υλοποιείται με σεβασμό στις ανάγκες της παιδικής ηλικίας», έχει γνώ­μο­να «την πολύπλευρη ανάπτυξη των παιδιών της σχολικής ηλικίας (συναισθηματική, κοι­νω­νι­κή και ψυχοκινητική)» και έχει επιπλέον σκοπό «να υποστηρίξει ουσιαστικά τον μειωμένο χρό­νο δημιουργικής επαφής και επικοινωνίας γονέων-παιδιών». Η περίπτωση τα παιδιά να τρέ­χουν κάθε μέρα, και τα Σαββατοκύριακα, σε πολύωρες εξωσχολικές δραστηριότητες δεν α­να­φέ­ρε­ται, διότι μάλλον είναι σπάνια και πάντως δε συμβάλλει στον «μειωμένο χρόνο δη­μι­ουρ­γι­κής επαφής και επικοινωνίας γονέων-παιδιών». Εξάλλου, η απαιτητική μελέτη που α­παι­τούν, π.χ., ορισμένα ιδιωτικά φροντιστήρια Αγγλικών, ώστε να φαίνεται η δουλειά τους στους πελάτες-γονείς, σέβεται τις «ανάγκες της παιδικής ηλικίας». Ενδεχομένως, μάλιστα, οι σχε­τι­κές δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες των παιδιών να οφείλονται στη γνωστή οκνηρία και γκρίνια αυτής της «παι­δι­κής ηλικίας», την οποία φαίνεται ότι στο Υπουργείο γνωρίζουν κα­λά.

Για να σοβαρευτούμε όμως: Η εγκύκλιος αναγράφει και ότι «η συγκεκριμένη δράση συμ­βάλ­λει σε μια γενικότερη επανεκτίμηση της σημασίας και του ρόλου των εργασιών στο σπί­τι σε σχέ­ση με τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών και των μαθητριών, οδηγώντας σε καλύτερη ε­ξι­σορ­ρό­πη­ση ανάμεσα στις εργασίες που υλοποιούνται στο σχολείο και στις κατ’ οίκον ερ­γα­σί­ες». Αυτό είναι όντως ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί υπάρχουν δάσκαλοι που δίνουν τις φω­το­τυ­πί­ες με το... κιλό τόσο καθημερινά όσο και πριν τα Σαββατοκύριακα ή τις διακοπές Χρι­στου­γέν­νων και Πάσχα.

Το ζήτημα, ωστόσο, είναι λυμένο με τις εγκυκλίους για τις κατ’ οίκον εργασίες, οι οποίες ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται στην έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς. Εκεί δεν αναγράφεται μόνο ο χρόνος που πρέπει να αφιερώνουν οι μαθητές για τις εργασίες τους, αλλά δηλώνονται και οι προ­δι­α­γρα­φές τους, προκειμένου να είναι παιδαγωγικά ορθές, αποτελεσματικές και να συμφωνούν με τις προαναφερόμενες «ανάγκες της παιδικής ηλικίας». Το μόνο που λείπει βεβαίως είναι ο έ­λεγ­χος, με κάποιον τρόπο, στην ποσότητα και ποιότητά τους. Ήδη μερικοί συνάδελφοι σκο­πεύ­ουν να φορτώνουν τα παιδιά με δουλειά τις μέρες που θα ακολουθούν την «τσάντα στο σχο­λεί­ο», παρόλο που το Υπουργείο, ευτυχώς, αναφέρει στην εγκύκλιό του ότι «σε καμία πε­ρί­πτω­ση η υλοποίηση της δράσης δεν πρέπει να οδηγήσει σε μετάθεση των κατ’ οίκον ερ­γα­σι­ών που συνήθως ανατίθενται το Σαββατοκύριακο στις άλλες μέρες της εβδομάδας».

Η «δράση» μοιάζει να είναι ο ορισμός του λαϊκισμού. Ξεκινά από ένα υπαρκτό και απεχθές πρό­βλη­μα που δημιουργούν κάποιοι συνάδελφοι (την υπέρμετρη επιβάρυνση ακόμη και μα­θη­τών της πρώτης τάξης με πολλές, ποιοτικά προβληματικές ή και με λάθη ερ­γα­σί­ες) και κα­τα­λή­γει σε μια γενίκευση που
● δημιουργεί πολλά πρακτικά προβλήματα (άλλα μαθήματα και βιβλία την Παρασκευή, άλλα τη Δευτέρα),
● αφήνει τους μαθητές (και τους γονείς τους) αβοήθητους τις άλλες μέρες, στο έλεος αυτής της κακής πρακτικής,
● απαξιώνει την παιδαγωγική αξία της μελέτης για την εμπέδωση της γνώσης,
● δημιουργεί νέες ισοπεδωτικές αντιδράσεις της κοινωνίας εναντίον μας: από τη μια η «δρά­ση» χαιρετίζεται ως «Happy Fridays» (!), από την άλλη άρχισαν πάλι τα σχόλια για τους δα­σκά­λους που θα «κάθονται» περισσότερο και θα εργάζονται «ακόμη λιγότερο».

Όλα αυτά ακούγονται προσβλητικά για όσους θεωρούμε ότι η δουλειά μας πρέπει να γίνεται στο σχολείο, που μετράμε τον χρόνο που θα χρειαστούν τα παιδιά για τη μελέτη τους και που ερ­χό­μα­στε σε αντιπαράθεση με γονείς που ζητούν πακέτα με φωτοτυπίες τις καθημερινές και πο­λύ­ω­ρες εργασίες τα Σαββατοκύριακα, ανθρώπους που δεν είναι υποχρεωμένοι να γνω­ρί­ζουν παιδαγωγικά ζητήματα, αλλά και που σοκάρονται όταν τους εξηγούμε ότι τον υ­πό­λοι­πο χρό­νο τα παιδιά πρέπει να παίζουν και να περνούν μαζί τους ποιοτικό χρόνο, εφόσον δεν εί­ναι οι δάσκαλοί τους (δάσκαλο έχουν, χρειάζονται και γονιό).

Την ίδια στιγμή το πρόβλημα παραμένει: η ποσότητα και η ποιότητα των κατ’ οίκον εργασιών δεν αξιολογείται. Είναι γεγονός ότι δυο φορές που δούλεψα στο Ολοήμερο διαφορετικών σχο­λεί­ων είδα... πράματα και θάματα καθώς μελετούσαν τα παιδιά, αλλά δε χρειάζεται να α­να­κα­λύ­ψου­με τον τροχό. Προτάσεις από ανθρώπους της εκπαίδευσης υπάρχουν (π.χ. εδώ), ε­νώ η ε­μπει­ρί­α άλλων χωρών είναι πάντοτε στη διάθεσή μας.

8 Σεπτεμβρίου 2017

Αγαπώ σημαίνει και στερώ

Οι υπερβολές των γονέων δημιουργούν ενήλικες με συ-
μπεριφορά παιδιού σε πολλές πτυχές της ζωής τους

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

Στην εποχή μας οι γονείς προσπαθούν συνεχώς να μη λείψει τίποτα στα παιδιά τους. Ιδίως οι γο­νείς των σημερινών τριαντάρηδων και σαραντάρηδων είναι άνθρωποι που πάλεψαν πολύ για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν εκείνοι ή οι δικοί τους γονείς. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές να φτάνουμε στο άλλο άκρο: να βρι­σκό­μα­στε, ως κοι­νω­νί­α, αντιμέτωποι με συμπεριφορές ενηλίκων που δε μοιάζουν με ενήλικες· ή να βρι­σκό­μα­στε α­ντι­μέ­τω­ποι με τη δυσκολία μας να μπούμε σε καταστάσεις που ζορίζουν, όπως εί­ναι μια α­παι­τη­τι­κή δουλειά χωρίς δίχτυ ασφαλείας, το μεγάλωμα των παιδιών, ο γάμος, η α­νά­λη­ψη των οικονομικών υποχρεώσεων εξ ολοκλήρου.

Πολλοί αποδίδουν αυτές τις δυσκολίες στην «κρίση». Αυτό φαινομενικά είναι σωστό, όχι ό­μως κατά βάθος, διότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η κρίση από αυτό δημιουργήθηκε. Φτά­σα­με δηλαδή σε αυτήν, επειδή δεν αναλάβαμε ποτέ εξ ολοκλήρου τις ευθύνες μας.

Σκέφτομαι ότι αν θέλουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας, οφείλουμε να είμαστε κοντά τους ψυ­χι­κά, αλλά να τους στερήσουμε τα περιττά: τις πολλές ανέσεις, τις περιττές φρο­ντί­δες, το να είμαστε πάντα εκεί γι’ αυτά –ιδίως από μια ηλικία και μετά. Να τα κάνουμε να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, ότι και εκείνα είναι ικανά για πολλά πράγ­μα­τα. Να τους δείξουμε την πραγματικότητα.

Όταν έχουμε φτιάξει ένα πλαίσιο ψυχικής προσφοράς και συναισθηματικής αλήθειας, τότε στα­δι­α­κά μπορούμε να στερήσουμε από τον άλλο ό,τι θα του κάνει κακό. Ό,τι θα τον κάνει ε­ξαρ­τη­μέ­νο, στάσιμο, αδύναμο. Αγαπώ δε σημαίνει μόνο δίνω. Σημαίνει και αφαιρώ. Η σχέ­ση θέλει μικρές δόσεις ουσίας αλλά και μικρές δόσεις απουσίας, για να μπορέσει ο άλλος να βρει τον εαυτό του, τις δυνάμεις του. Καμιά φορά η αδιαφορία, σε κατάλληλες ηλικίες, είναι πιο κι­νη­τή­ρι­α και σωτήρια, γιατί σε μικρές δόσεις παράγει θυμό και ενεργοποίηση. Το σί­γου­ρο εί­ναι ότι κάθε σχέση, γονεϊκή και άλλη, θέλει σκέψη. Σκέψη για το ποιοι είμαστε εμείς που δί­νου­με και τι παίρνουμε τελικά με το να μην πατά ο άλλος στα πόδια του, με το να μη δι­α­φο­ρο­ποι­εί­ται.

Η ενηλικίωση είναι μια επίπονη αλλά ουσιαστική διαδικασία. Η σχέση, ο γάμος, η γο­νεϊ­κό­τη­τα, η φιλία, οι σπουδές και η εργασία θέλουν κυρίως κόπο, συστηματικότητα και πειθαρχία. Ό­μως, τελικά, αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την εξέλιξη, ψυχική και κοινωνική.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (27.08.2017)

27 Αυγούστου 2017

Η αριστεία ως στόχος

(δημοσιογράφος, πολιτικός σχολιαστής)

Η ​αριστεία είναι ουτοπία. Επί της ουσίας δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί. Ακόμη και όσοι α­να­κη­ρύσ­σο­νται «άριστοι» επιδέχονται βελτίωση. Και αυτό είναι λογικό: αν μπορούσε να ε­πι­τευ­χθεί η αριστεία, θα είχαμε το τέλος της Ιστορίας. Τίποτε δε θα εξελισσόταν. Από ένα σημείο και μετά όλα –ως «άριστα»– θα έμεναν παγωμένα.

Η αριστεία όμως χρειάζεται ως στόχος. Α­σχέ­τως αν δεν μπορεί να επιτευχθεί, βοηθά αν­θρώ­πους, συστήματα, κοινωνίες να βελ­τι­ω­θούν, να λύσουν προβλήματα, να αντιμετωπίσουν ε­πι­τυ­χέ­στε­ρα τις καταστροφές, να αυ­ξή­σουν την ευημερία.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (20.08.2017)

Οι άριστοι που δεν τιμούμε

Από τον Πύρρο Δήμα
(αρσιβαρίστας, τέσσερις φορές ολυμπιονίκης)

​​Υπάρχουν δύο διαφορετικά θέματα μέσα στην ίδια συζήτηση. Το πρώτο έχει να κάνει με τη δι­α­τή­ρη­ση ή μη των μαθητικών παρελάσεων. Το δεύτερο με την επιλογή του σημαιοφόρου.


Εδώ και δεκαετίες έχουμε κατακτήσει το προνόμιο να μην απαιτούμε από τη νεολαία μας την ε­πί­δει­ξη στρατιωτικού πνεύματος. Υπάρχουν πλέον πολύ πιο δημιουργικοί και χρήσιμοι τρό­ποι για να καμαρώσουμε τα παιδιά μας ως το μέλλον της κοινωνίας μας. Και είναι καλύτερο, α­πό το να τα βλέπουμε σε σειρές με το ίδιο βήμα, να τα παρακολουθούμε απελευθερωμένα και δημιουργικά. Για να τιμήσεις τους αγώνες του έθνους, δεν είναι απαραίτητο να βαδίσεις σαν στρατιώτης. Μπορείς, μαζί με τη μνήμη, να καταθέσεις προσφορά και ιδέες που θα κά­νουν καλύτερο αυτόν τον τόπο. Θα ήταν ιδανικό αν στις εθνικές επετείους οι μαθητικές κοι­νό­τη­τες αναλάμβαναν πρωτοβουλίες κοινωνικής προσφοράς ως ένδειξη τιμής προς ε­κεί­νους που πρόσφεραν πολύ περισσότερα: τη ζωή τους.

Όμως γνωρίζω ότι στην πατρίδα μας η πλειονότητα της κοινής γνώμης είναι υπέρ των μα­θη­τι­κών παρελάσεων. Πρόκειται, άλλωστε, για παράδοση. Το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε η ε­πι­λο­γή των σημαιοφόρων να γίνεται με κλήρωση. Η σημαία δε θα παραδίδεται στον α­ρι­στού­χο αλλά στον πιο τυχερό. Αυτό δεν είναι σωστό.

Είχα την τιμή να είμαι δύο φορές σημαιοφόρος της ελληνικής ομάδας σε Ολυμπιακούς Α­γώ­νες. Δεν επρόκειτο να την αποδεχθώ αν ήταν προϊόν τύχης. Η θέση του σημαιοφόρου είναι, πά­νω απ’ όλα, εκείνη του ηγέτη. Στον σημαιοφόρο ανατίθεται η τιμή και η ευθύνη να βαδίσει πρώ­τος, να προχωρήσει μπροστά. Και υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους γί­νε­ται αυτό. Δεν μπορείς να επιλέξεις τους ηγέτες σου με κλήρωση, αν και, για να είμαι ει­λι­κρι­νής, καμιά φορά πιστεύω ότι η τύχη θα τα κατάφερνε καλύτερα από εμάς.

Όσο λοιπόν έχουμε παρελάσεις, η σημαία πρέπει να παραδίδεται στον καλύτερο. Μόνο που αυ­τός δε χρειάζεται να είναι πάντα ο άριστος στους βαθμούς. Υπάρχουν πολλά πεδία α­ρι­στεί­ας, δεν είναι μόνο η βαθμολογική επίδοση:
● Άριστος είναι ο μαθητής με κινητικά προβλήματα, που έχει στους ώμους μεγαλύτερο βά­ρος σε σχέση με τους συμμαθητές του.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που αγωνίζεται με επιτυχία στους αθλητικούς στίβους και ας μην έχει χρόνο για τα μαθήματα.
● Άριστος είναι ο μαθητής που την προηγούμενη χρονιά ήταν κάτω από τη βάση και φέτος προ­σπα­θεί αφιερώνοντας πολλαπλάσιο χρόνο στο διάβασμα.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που οι γονείς του δε μιλούν ελληνικά, που ο ίδιος δε θεωρείται Έλ­λη­νας στα χαρτιά, και όμως μιλάει, γράφει και αισθάνεται όπως ένας από εμάς.
● Άριστος είναι, ακόμη, και ο μαθητής που μετά το σχολείο πηγαίνει να κάνει μεροκάματο για να στηρίξει την οικογένειά του.
● Αλλά και αυτός που διακρίνεται στη μουσική, που χορεύει ή έχει θεατρικό ταλέντο άριστος δεν είναι;

Υπάρχουν πολλοί άριστοι μαθητές μέσα σε κάθε τάξη του ελληνικού σχολείου. Αρκεί φυσικά να συμφωνήσουμε ότι η αριστεία δε μετριέται μόνο με βαθμούς στον έλεγχο.

Ας αρχίσουμε, λοιπόν, να επιλέγουμε τους σημαιοφόρους διαφορετικά. Όχι όμως στην τύχη. Εί­ναι άδικο. Αν κάνουμε κλήρωση, κλείνουμε τα μάτια σε όλα αυτά που πετυχαίνουν κα­θη­με­ρι­νά τα παιδιά μας. Αν κοιτάξουμε δίπλα μας με άλλο μάτι, θα τους δούμε τους άριστους. Και τό­τε μπορεί να τους επιλέξουμε μαζί. Τυχεροί θα είμαστε εμείς, όχι οι σημαιοφόροι.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (06.08.2017)

Η εκτίμηση των συμμαθητών

(δημοσιογράφος, διπλωματικός ανταποκριτής)

Με αφορμή τη μεγάλη συζήτηση που άνοιξε για τον σημαιοφόρο, η προσωπική εμπειρία από εκ­παι­δευ­τι­κά συστήματα άλλων χωρών ίσως μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη.

Δεν είμαι ειδήμων του χώρου της παιδείας, όμως έχω την αίσθηση ότι η επιλογή πρέπει να ση­μα­το­δο­τεί κάτι ξεχωριστό, κάτι που να αντανακλά αναγνώριση από τους ίδιους τους συμ­μα­θη­τές. Η επιλογή του σημαιοφόρου να γίνεται με κριτήριο όχι ότι έχει καλύτερους βαθ­μούς α­πό τους συμμαθητές του, αλλά ότι οι τελευταίοι τον εκτιμούν και τον εμπιστεύονται. Να είναι ο επιλεγείς τρόπον τινά ο καλύτερος πολίτης, με την έννοια του όρου προσαρμοσμένη στη μα­θη­τι­κή κοινότητα, στο τμήμα, στην τάξη, στο σχολείο. Αυτός θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι ο σημαιοφόρος. Και αυτός δεν είναι απαραίτητα ο καλύτερος μαθητής.

Να τον επιλέγουν –μέσα από διαδικασίες που πιθανώς θα περιλαμβάνουν κάποιου τύπου ψη­φο­φο­ρί­α– οι συμμαθητές του. Κριτήριο να είναι όχι μόνο η αριστεία, η οποία προφανώς και θα αποτελεί σημαντική διάσταση, όχι η ικανότητα απορρόφησης πληροφοριών και α­πό­κτη­σης γνώσεων, αλλά η εκτίμηση και η αποδοχή από τους συμμαθητές.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, ωστόσο με­γα­λύ­τε­ρη αξία έχει το παιδί, ο μαθητής, ο άνθρωπος που εκπροσωπεί τους συμμαθητές του να δι­α­θέ­τει την αξιοπιστία, τον σεβασμό, την εμπιστοσύνη των υπόλοιπων μελών της τά­ξης, του σχο­λεί­ου, του συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου.

Σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, από τα οποία μπορεί το δικό μας να αντλήσει χρήσιμα συ­μπε­ρά­σμα­τα, στο τέλος της σχολικής χρονιάς βραβεύεται ο «καλύτερος πολίτης», το παιδί που βοήθησε κάποιον ή κάποιους συμμαθητές του όταν αυτοί αντιμετώπισαν μια α­ντι­ξο­ό­τη­τα, βρήκε λύση σε μια δύσκολη κατάσταση –για να μην πάω σε ακραία παραδείγματα, όπου έ­να παιδί μπορεί να έσωσε τη ζωή κάποιου άλλου.

Σε αυτό το πνεύμα, όχι μόνο είναι άδικο η επιλογή του παιδιού που θα κρατήσει τη σημαία να γί­νε­ται με κλήρωση, αλλά έτσι χάνεται και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια διδακτική δι­α­δι­κα­σί­α που δε θα αφορά εξετάσεις και βαθμούς αλλά συμπεριφορά.

Γιατί σκοπός του σχολείου δεν είναι να παράγει μόνο μορφωμένους μαθητές, αλλά και σω­στούς ανθρώπους και συγκροτημένους πολίτες.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (15.08.2017)

20 Αυγούστου 2017

Δέκα «μικρά» παιδικά δικαιώματα

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΟΗΕ/UNICEF, 1959) και η Σύμβαση για τα Δι­και­ώ­μα­τα του Παιδιού (ΟΗΕ, 1989) τριάντα χρόνια αργότερα αφορούν θέματα όπως η προ­στα­σί­α της ζωής των παιδιών, της υγείας τους αλλά και το δικαίωμα που έχουν στην εκ­παί­δευ­ση. Πλάι όμως στις μεγάλες αυτές αρχές υπάρχουν και τα «μικρά» δικαιώματα της κα­θη­με­ρι­νής ζωής, που αφορούν περισσότερο τις οικογένειες. Δικαιώματα που κά­θε καλός γονιός πρέπει να σέβεται. Ας δούμε τα κυριότερα από αυτά:

1. Συναισθηματική αποδοχή. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να γίνεται αποδεκτό για ό,τι α­κρι­βώς εί­ναι και όχι για ό,τι θέλουν οι άλλοι. Οι ενήλικοι δεν πρέπει να «κατευθύνουν» αυ­θαί­ρε­τα τα παι­διά τους, να τα εξαπατούν και να τα υποχρεώνουν να δεσμεύονται με πράγματα που είναι έ­ξω από τις δυνατότητες και τον χαρακτήρα τους. Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να υ­πο­χω­ρούν στα καπρίτσια τους. Τα παιδιά, γενικά, ξέρουν πως βρίσκονται μέσα στην καρδιά και τη σκέ­ψη των γονιών τους, τους έχουν εμπιστοσύνη και είναι ικανά να αποδέχονται κάποιες πα­ρα­τη­ρή­σεις όταν τις βλέπουν δίκαιες (συχνά το βλέπουν) και να πειθαρχούν.

2. Ευνοϊκό περιβάλλον. Το περιβάλλον πρέπει να προσφέρει γαλήνη και ηρεμία στα παι­διά. Για να μεγαλώνουν με σιγουριά και θάρρος, για να μπορούν να ικανοποιούν τη φυσική τους περιέργεια, την ανάγκη τους να «εξερευνούν» και να «κοινωνικοποιούνται», πρέπει να μπο­ρούν να συχνάζουν και σε χώρους έξω από το σπίτι: στη γειτονιά, στην πόλη. Επομένως πρέ­πει όλοι να δεσμεύονται ότι οι γειτονιές, τα σχολεία, τα πάρκα κ.ο.κ. θα είναι πολιτισμένοι χώ­ροι, κατάλληλοι για τα παιδιά.

3. Χώρος για παιχνίδια. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την κίνηση όσο και τον αέρα. Τη σημερινή ε­πο­χή δεν παίζουν αρκετά σε ανοικτούς χώρους ελεύθερα, μαζί με άλλα παιδιά –ιδίως στις πό­λεις. Υπάρχουν βέβαια οι παιδικές χαρές, αλλά τον περισσότερο καιρό τους τον περνούν στο σπίτι, καθισμένα, ακίνητα, πράγμα που τα κάνει ευερέθιστα, νευρικά, ανασφαλή και ι­δι­ό­τρο­πα.

4. Το δικαίωμα στο λάθος. Είναι δύσκολο να μάθει κανείς χωρίς να κάνει λάθη. Ένας γονιός φυ­σι­κά πρέπει να προστατεύει τα παιδιά του και να μην αφήνει να κάνουν σοβαρά λάθη. Ω­στό­σο, καλύτερο είναι να τα βοηθάει να μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αν, για παράδειγμα, τα παι­διά διαλέγουν «κακές» (κατά τη γνώμη των γονιών) παρέες, οι απαγορεύσεις και οι πε­ρι­ο­ρι­σμοί δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Η πιο σωστή αντιμετώπιση είναι να τα βοηθούν, ώστε να α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μόνα τους τα προβλήματα (αν υπάρχουν) και να αξιολογούν πιο σωστά τις πα­ρέ­ες τους. Αυτό προϋποθέτει γονείς διατεθειμένους για διάλογο με τα παιδιά τους.

5. Ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να επιχειρούμε να λύνουμε τα προβλήματα που τα παιδιά μπο­ρούν να λύσουν μόνα τους. Πρέπει να τους αφήνουμε τον χρόνο και να τους δίνουμε τις ευ­και­ρί­ες να τα κατανοούν και να βρίσκουν τα ίδια λύση. Τα παιδιά που θέλουν να τα βγάζουν πέ­ρα μόνα τους έχουν κατά κανόνα γονείς διατεθειμένους να τα υποστηρίξουν, αν παραστεί α­νά­γκη, αλλά και που καταλαβαίνουν πότε η στιγμή είναι ακατάλληλη για να επέμβουν. Μπο­ρεί να είναι δύσκολο για έναν γονιό να βλέπει τα παιδιά του να αντιμετωπίζουν α­πο­γοη­τεύ­σεις, αλλά η επέμβαση σε κάθε περίπτωση δεν τα βοηθάει να μάθουν να αγωνίζονται.

6. Σταθεροί κανόνες. Το να μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα περιβάλλον χωρίς κανόνες ση­μαί­νει πως μεγαλώνει μέσα σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Όμως, όταν τα παιδιά δεν έχουν σταθερά σημεία αναφοράς, δεν αποκτούν την ικανότητα να αξιολογούν την πραγματικότητα και να προχωρούν σε καλές επιλογές. Καθώς μεγαλώνουν, βέβαια, οι κανόνες αλλάζουν και τα παιδιά μπορούν να τους αμφισβητούν, αλλά στα πρώτα τους χρόνια η ύπαρξη ο­ρι­σμέ­νων κα­νό­νων, εναρμονισμένων με την ηλικία τους, είναι πηγή σιγουριάς. Στα παιδιά αρέσει να νιώ­θουν πως οι γονείς τους μπορούν να ελέγχουν την κατάσταση.

7. Υπευθυνότητα. Από την προσχολική ηλικία ακόμη τα παιδιά πρέπει να συνηθίσουν να κά­νουν κάποιες μικρές «δουλειές», ας τις πούμε θελήματα, για να νιώθουν πως είναι χρή­σι­μα και να αναλαμβάνουν ευθύνες –στα μέτρα τους βέβαια. Είναι ένας τρόπος για να α­πο­κτούν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, να συνηθίζουν στον αλτρουισμό και να νιώθουν πως συμ­με­τέ­χουν στην οικογενειακή ζωή. Επαναλαμβάνουμε πως όλα αυτά (δουλειές, κα­θή­κο­ντα, ευθύνες) πρέπει πάντα να είναι στο μέτρο της ηλικίας τους.

8. Ελεύθερος χρόνος. Δεν πρέπει όλος ο χρόνος των παιδιών να είναι προγραμματισμένος. Εί­ναι δικαίωμά τους να έχουν κάποια χόμπι και ενδιαφέροντα ανεξάρτητα από το σχολείο και την οικογένεια. Πρέπει να έχουν ελεύθερο χρόνο, ακόμη και τον χρόνο να μην κάνουν τίποτα, να αφήνουν ελεύθερη τη φαντασία τους, να αναπαύονται, να αξιολογούν τις εμπειρίες τους. Μό­νο αν έχουν τη δυνατότητα να «χάνουν» χρόνο, θα μπορέσουν να γίνουν ενήλικοι ικανοί να βρίσκουν ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και τη διασκέδαση.

9. Ειλικρινείς απαντήσεις. Αν δεν απαντούμε στις ερωτήσεις τους, τα παιδιά θα πάψουν να μας ρωτάνε. Για να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης, πρέπει να είμαστε πάντα δι­α­θέ­σι­μοι για διάλογο. Αν υπάρχει αυτή η διάθεση, το παιδί μπορεί να καταλάβει πως ένας ενήλικος δεν είναι δυνατόν να τα ξέρει όλα και να κατανοήσει πως υπάρχουν στιγμές που ο γονιός μπο­ρεί να μιλήσει και άλλες που είναι προτιμότερο να σιωπήσει.

10. Σεβασμός στις κλίσεις τους. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα σε μια αγωγή που θα α­να­πτύσ­σει τις κλίσεις και τις δυνατότητές τους (όλα είναι προικισμένα με κάτι). Η εκ­παί­δευ­ση πρέπει να τους προσφέρει βασικές ικανότητες και, συγχρόνως, την ελευθερία να ανακαλύπτουν τα εν­δι­α­φέ­ρο­ντά τους και να τα αναπτύσσουν. Κάθε παιδί πρέπει να είναι ελεύθερο να ερευνά, να πειραματίζεται και να δραστηριοποιείται με σεβασμό στα όρια και τις δυνατότητές του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (02.05.2000) / CORRIERE SALUTE